Και ένα τσιγάρο ακόμα…

Posted: Απριλίου 18, 2012 in Uncategorized

Κολωνία, Βερολίνο, Βρυξέλλες, Κολωνία

Αλλάζουν οι σταθμοί, αλλάζει ο καιρός, αλλάζουν τα δωμάτια.

 Τρελαίνεσαι για λίγο και μετά φτου και απ’ την αρχή.

 Προσπαθείς να πιάσεις την καλή, δεν φτάνει η τρέλα σου, χρειάζεται να την εγκιβωτίσεις κι αυτή.

 Πασχίζεις να πετάξεις απ’ το κεφάλι σου αυτά που σ’ ενοχλούν, τα χρόνια τα χαμένα, τους ασεβείς, τους ματαιόδοξους, τους τενεκέδες, την πίκρα που επιστρέφει ακάλεστη και γίνεται θυμός, λύσσα και αυτοκαταστροφή.

 Παρίσι∙ στις τσιμεντένιες όχθες του Σηκουάνα, το χέρι μου μπλέκεται στα πυκνά κόκκινα μαλλιά της, και ο ιδρώτας της να μυρίζει μέλι και θάλασσα μαζί.

 Έξι μήνες αργότερα θα γυρίσει και θα μου πει, «μου άλλαξες τη ζωή, ευχαριστώ». Εγώ που παλεύω τόσα χρόνια να βάλω σε τάξη τη δικιά μου.

 Πόση δύναμη μπορεί τελικά να κρύβει μέσα της η αδυναμία μου;

 Θέλεις να γράψεις κάτι καλό, δεν φτάνει το πάθος σου, οφείλεις να το συμμαζέψεις κι αυτό.

  Απόγνωση∙ Απέναντι μου δεν αντικρίζω τα πράσινα υπέροχα μάτια της πλαισιωμένα από το μαύρο κοντοκουρεμένο μαλλί της, αλλά ένα κακόφημο, επικίνδυνο σοκάκι καθώς η λεπίδες της αυγής μου ανοίγουν το στέρνο. Κι εκείνη γυρίζει και μου λέει. «Αυτό που εγώ αγαπάω, εσύ το μισείς»

 Πόση αγάπη μπορεί τελικά να χωράει μέσα του το μίσος.

 Φωτιές, κουπαστές, λιβάδια και φάμπρικες. Καπνοί, φώτα, ερημιές και ψόφιοι πατημένοι αχινοί (τ’ αγκάθια δεν ήταν αρκετά για να τους σώσουν).

 Θέλεις να γίνεις καλός, δεν αρκεί η καλοσύνη σου, πρέπει να τη συνετίσεις κι αυτή.

 Καταβυθίζεσαι στην ψυχή σου, αγναντεύεις την άβυσσο, απογειώνεσαι στο άγνωστο, αλλάζεις τρένα και αεροπλάνα. Μα στο βάθος του νου σου το ξέρεις καλά, καλύτερα απ’ τον καθένα.

 Θα μείνεις μόνο με την τρέλα, το πάθος, την καλοσύνη.

 Και ένα τσιγάρο ακόμα…

 

Πως σε λένε; 

Άγκιτσα 

Από πού είσαι;

Από την Κροατία 

Δεν ήταν αυτές οι πρώτες κουβέντες που ανταλλάξαμε, αλλά τι σημασία είχε, στις πέντε και μισή το πρωί δεν θυμάσαι και πολλά, το αλκοόλ έρρεε και ο καπνός έτσουζε μάτια και πνευμόνια. Τυχαίες συναντήσεις της νύχτας, ακέφαλοι εραστές, απονενοημένες απόπειρες να προλάβεις το αμείλικτο φως της μέρας χωρίς να ξέρεις το λόγο, χωρίς να ψάχνεις το νόημα. Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη, πρόσωπο άγριο, κοφτές γωνίες, πεταχτά ζυγωματικά και βαθιά πράσινα μάτια. Η εκλεπτυσμένη Γαλλίδα φίλη της είχε ήδη αγκαζάρει τον φλώρο που χώθηκε από τα δεξιά. Φύγαμε στις εφτά το πρωί, υποδεχόμενοι το φως της μέρας σαν ανθρακωρύχοι που αναδύονται από τις στοές τους. Αλλά δεν μας πήγαινε να αποχωριστούμε, ένα τελευταίο ποτό σε ό,τι είχε απομείνει ανοιχτό, το πιο παρακμιακό μπαρ της γειτονιάς. Το έτερο ζευγαράκι ήταν ήδη ξαναμμένο από ερωτικό παροξυσμό, εμείς εξακολουθούσαμε να τα λέμε, δεν μου πήγαινε να κάνω την πρώτη κίνηση, γνώριζα ότι είχε άντρα και παιδιά, τον είχε ενημερώσει από το κινητό νωρίτερα ότι θα αργούσε λίγο ακόμα. Οι γλώσσες μας μπλέχτηκαν σε ανύποπτο χρόνο, από εκείνες τις στιγμές που ανακαλώντας τις αδυνατείς να θυμηθείς ποιος έκανε την πρώτη κίνηση, ξεχύθηκαν στο στόμα του άλλου σαν χείμαρρος που ελευθερώνεται από το φράγμα του, και οι παλάμες άγγιζαν καλυμμένες και ακάλυπτες επιφάνειες σαν να προσπαθούσαν να βαστηχτούν από τον τελευταίο γάντζο πριν την πρόσκρουση. Δεν θέλαμε να δώσουμε λογαριασμό στο πάθος μας, ήταν πρωτόγονο, ευκαιριακό και υπέροχο.

Βγήκαμε έξω αγκαλιασμένοι σαν ακανόνιστο κουβάρι, ο κόσμος είχε ήδη αρχίσει να ξεμυτίζει για τον μεσημεριανό του καφέ, τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο και εύθυμες παρέες να μοιράζονται τα κέφια της άνοιξης. «Δεν μπορώ να έρθω μαζί σου, πρέπει να πάω σπίτι» μου είπε, «θα το μετανιώσεις» της απάντησα, «το ξέρω», «για λίγο μόνο», «αν έρθω για λίγο θα θέλω να μείνω πέντε μέρες και να γαμιέμαι μαζί σου συνέχεια». Την έσπρωξα στην εσοχή μιας εισόδου περνώντας τα χέρια μου μέσα στο στήθος της, ήταν πλούσιο και με τις ρόγες ακονισμένες από την έξαψη να μου τρυπάνε τα δάχτυλα. Μια γριούλα που βγήκε σπρώχνοντας το καροτσάκι με τα ψώνια μας κοίταξε με συγκρατημένη αποδοκιμασία. Με έσπρωχνε για να φύγω και ύστερα με τράβαγε από τα κορδόνια του φούτερ και με κόλλαγε πάλι πάνω της. Κράτησε για λιγότερο από ένα λεπτό όμως αρκούσε για να νιώσω το πιο ευτυχισμένο γιο-γιο του κόσμου, μα κατά βάθος δεν πάλευε μαζί μου αλλά με τα δικά της ναι και όχι. Γνώριζα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να τη μεταπείσω, όφειλε πρώτα η ίδια να καταρρίψει τα άρρηκτα και ανούσια τείχη της συνείδησης της. Έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω της, και’ γω ήξερα ότι δεν θα την ξαναέβλεπα ποτέ μου. Και αυτό το εκτυφλωτικό, γλυκό φως του μεσημεριού μύριζε περισσότερο από ποτέ άλλοτε θάνατο και απώλεια…

 

 

Φυλακισμένε στους δαίμονες σου

 Που γδέρνεσαι στις εγκοπές του νου σου για να βρεις τη διέξοδο.

 Φτηνέ και ανέντιμε μαλάκα.

 Κάνεις τον πόνο σου σημαία, για να βγουν οι λέξεις από μέσα του σαν τα μυρμήγκια απ’ τις φωλιές τους.

 Αποκρουστικές και ασουλούπωτες.

 Φτωχέ, καταραμένε και ψευτομποέμη.

 Απορρίπτεις τον κόσμο για να μην κάνεις την τέχνη σου όμηρο τους, και γίνεις σαν όλους εκείνους τους θλιβερούς «ομότεχνους» σου που σαδιστικά κρυφοκοιτάζεις από τη χαραμάδα της γλυκιάς σου απομόνωσης.

 (αυνανιζόμενος τακτικά με τις φτηνές πουλημένες ζωές τους)

 Αλλάζεις τόπους και δωμάτια, συντρόφους και τρένα.

 Μα μένεις στάσιμος.

 Με την τρέλα σου μονάχη αποσκευή.

 Με τις εμμονές σου χαραγμένες στο δέρμα της ψυχής.

 Δεν υπάρχει διαφυγή από την παράνοια. 

 Δεν υπάρχει γιατρειά για την κατάρα.

 Δεν υπάρχουν πλούτη για τη φτώχεια σου.

 Όταν στερέψουν και οι λέξεις σου.

 Δεν θα έχει μείνει τίποτα απολύτως…

 

Η σεξουαλική δίψα μας είναι η άλλη πλευρά του καπιταλισμού, που σκοτώνει τον ερωτισμό και αποθεώνει το σεξ. Ήμαστε παιδιά αυτού του συστήματος και δεν μπορούμε να παραβούμε τη φύση μας. Οι περισσότερες εκφάνσεις του σεξ είναι πλέον συνυφασμένες με το κέρδος, η πορνογραφία, το παράνομο trafficking, η άτυπη πορνεία με τον γηραιότερο άντρα (ή συχνά και γυναίκα) σε ρόλο σπόνσορα, ο σεξοτουρισμός σε προορισμούς κατάλληλα διαμορφωμένους γι’ αυτό το σκοπό, τα κλαμπ ανταλλαγής συντρόφων, τα ιστολόγια ερωτικών γνωριμιών. Ο ερωτικός παρτεναίρ δεν επιλέγεται πλέον για να καλύψει μόνο τις σεξουαλικές ανάγκες αλλά συχνά και τις κοινωνικές, μια εκθαμβωτική γυναίκα μπορεί να έχει συχνά την ισχύ ενός ακριβού αμαξιού ή κάποιου εξοχικού σε κοσμοπολίτικο προορισμό, συχνά αναλαμβάνει το ρόλο βαρύτιμου τροπαίου που περιφέρεται σε γκαλά, δεξιώσεις και συνάξεις φίλων που οι συγκρίσεις γίνονται αναπόφευκτες. Η συχνότητα με την οποία μπορούμε να ανταλλάζουμε συντρόφους μας εθίζει στην ποσότητα, τον ψυχαναγκασμό, την ανακάλυψη καινούργιων σεξουαλικών διαστροφών και πρακτικών. Θέλουμε περισσότερα αλλά δεν ξέρουμε το γιατί, όταν η πείνα μας κορεστεί εξακολουθούμε να τρώμε με κεκτημένη ταχύτητα μέχρι να σκάσουμε, να τρελαθούμε να μετατραπούμε σε ένα συνοθύλεμα ασεξουαλικών μονάδων που συνευρίσκονται και μοιράζονται κομμάτια άψυχης σάρκας χωρίς νόημα, σκοπό και επιθυμία. Το απρόσωπο και μαζικό σεξ είναι παράγωγο ενός συστήματος συσσώρευσης όλο και περισσότερων υλικών κεκτημένων, δεν απευθύνεται μόνο στην υψηλή κοινωνία, πλέον, αλλά και στις πλατιές μάζες, άλλωστε είναι οι τελευταίες που έχουν καταστεί πιο επιρρεπείς στον άκρατο, ανούσιο και ατελέσφορο καταναλωτισμό, χαώδη πολυκαταστήματα, εποχιακές προσφορές, δάνεια επί δανείων, πακέτα διακοπών χαμηλού κόστους και πάει λέγοντας.

 Τα παρτουζάδικα είναι τα Lidl και τα Carefour της ερωτικής μας πλεονεξίας, στα δύο μπλέντερ το τρίτο δωρεάν, και το τέταρτο και το πέμπτο και το έκτο…είναι η ντίζνειλαντ της παιδικής μας λαιμαργίας, ένα παιδί ζητάει καινούργια παιχνίδια από τους γονείς του όχι γιατί δεν έχει αλλά γιατί βαρέθηκε τα παλιά. Δεν εξελισσόμαστε, αλλά επιστρέφουμε μεθοδικά και αμείλικτα στη βρεφική μας ηλικία, όπου η τροφή μας προσφέρεται μασημένη. Αδυνατώντας να βρούμε την πηγή της υπαρξιακής μας αγωνίας επιδιδόμαστε σε υστερικές τσιρίδες σαν τετράποδοι μπόμπιρες, πνιγόμαστε γύρω από τη θηλιά του ομφάλιου λώρου μας που μας τραβάει πίσω στις βασικές μας ανάγκες. Αυτές των οποίων το νόημα έχουμε χάσει, που αγνοήσαμε τόσο ασυγχώρητα, που παραβλέψαμε κυνηγώντας τα θέλγητρα μιας απατηλής πλαστικοποιημένης ουτοπίας…

 

 

 

 

 

 

 

 

Καπνός

Posted: Μαρτίου 5, 2012 in Uncategorized

Ανεβαίνει σπειροειδής στο ταβάνι.

 

Διαλύεται με μια κίνηση του δαχτύλου.

 

Καταλαμβάνει δωμάτια και πνευμόνια.

 

Εισχωρεί από κλειδαρότρυπες και χαραμάδες.

 

Συνοδεύει τραγούδια και προκαλεί τεχνητά δάκρυα.

 

Πάντα ξεγλιστράει μέσα από τη χούφτα σου.

 

Δεν μπορείς να τον φυλακίσεις ούτε να τον νικήσεις.

 

Συχνά θέλω να βρίσκομαι στη θέση του.

 

Να δραπετεύω από τις δυσκολίες με την απαράμιλλη δεξιοτεχνία του.

 

Να γίνομαι καπνός… 

Ο Δρόμος…

Posted: Φεβρουαρίου 27, 2012 in Uncategorized

Δεν προπορεύομαι, ούτε ακολουθώ.

Περπατάω μόνος μου.

Οι πόλεις πίσω καίγονται.

Οι εραστές πεθαίνουν.

Χτες τα δάχτυλα τους πλέκονταν ζεστά στα πυκνά μαλλιά σου, τώρα το ψυχρό μέταλλο της φωνής τους σε διαπερνά ανοίκειο και τυπικό.

Το χθες γίνεται σήμερα και ο σύντροφος ξένος.

Η απώλεια συνήθεια, όχι περισσότερο επώδυνη από ένα βούρτσισμά των δοντιών η μια βόλτα στην προκυμαία.

Κάποτε σε σκότωνε, χρειάστηκαν δέκα χιλιάδες μικροί θάνατοι για να ξυπνάς το πρωί και να μπορείς να διαβάσεις την εφημερίδα σου ανέμελος.

Χρειάστηκαν αιώνες στις ανήλιες στοές και λάμες βαθιά στο κορμί σου για να σταθείς ξανά όρθιος.

Κοιτάω το δρόμο μόνο μπροστά.

Η άνοιξη μύρισε.

Και τα πόδια αλάφρυναν.

Μαρς…

Χωρίς ταυτότητα…

Posted: Ιανουαρίου 29, 2012 in Uncategorized

23/01/2011

Διαμένω στον 24ο όροφο του ξενοδοχείου Radisson στην κεντρική πλατεία (Alexaderplatz) του Βερολίνου. Από το παράθυρο μου η πόλη απλώνεται πανοραμικά, ωστόσο η πυκνή ομίχλη που την καλύπτει περιορίζει τον ορίζοντα αισθητά, κι όμως θα λεγε κανείς ότι η χειμερινή μουντάδα τονίζει το χαρακτήρα της αρτιότερα, εναρμονίζεται με τις συστάδες των γκρίζων εργατικών πολυκατοικιών, αγκαλιάζει τους απογυμνωμένους κορμούς των ψηλόλιγνων δέντρων, διασπάται από τους φωτεινούς σηματοδότες και τους κιτρινισμένους προβολείς των αυτοκινήτων που κινούνται σαν αργοκίνητες κάμπιες στην κεντρική αρτηρία. Μπροστά μου η τεράστια πινακίδα στην κορυφή του κτηρίου της εφημερίδας «Berliner Zeitung», με τους άσπρους γοτθικούς χαρακτήρες σε μπλε φόντο και την περίφημη αρκούδα, το θυρεό της πόλης, να παρεμβάλλεται ανάμεσα στις δύο λέξεις, και λίγο πιο κάτω, στον προτελευταίο όροφο, δυο-τρία φωταγωγημένα γραφεία, με τους γραφιάδες που υποθέτω πως κλείνουν την ύλη της ημέρας…

Κατεβαίνω από τον ουρανό στο ισόγειο για ένα τσιγάρο, κοιτάω ψηλά πάνω από τα κτίρια τα μαύρα πουλιά να στροβιλίζονται στην ανεμοδούρα σαν ακανόνιστες νιφάδες στάχτης, δυο γυναίκες πιασμένες αγκαζέ δρασκελίζουν την είσοδο, η μια είναι τυφλή, κρατάει ένα μπαστούνι και φοράει ένα σκουφάκι που γράφει «Amsterdam», ή άλλη την καθοδηγεί και φοράει ένα σκουφάκι που γράφει «Berlin». Παρατηρώ συχνά τον κόσμο, σε αυτό το παιχνίδι της αέναης ανακάλυψης μπορείς να αλιεύσεις ένα σωρό φυσιογνωμίες, φάτσες στραβοχυμένες, ανασφαλείς, προβληματικές, σαλταρισμένες, όμορφες, γοητευτικές, αυτοκαταστροφικές, αυτοκτονικές, έντιμες, ανέντιμες, εξεζητημένες, χαρακωμένες…Μα το πιο ωραίο σε αυτή τη διαδικασία είναι να διακρίνεις ποιοι φορούν το αληθινό τους πρόσωπο και ποιοι κρύβονται πίσω από την ασφάλεια του προβαρισμένου προσωπείου τους. Εδώ σε θέλω μάγκα μου…

Τις τελευταίες μέρες αντιμετωπίζω ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, έχασα την ταυτότητα μου. Αυτό βέβαια αποτελεί χρόνιο υπαρξιακό πρόβλημα καθώς δεν θεωρώ ότι την κατείχα ποτέ ώστε να την απολέσω. Γενικώς η έλλειψη ταυτότητας είναι κάτι που με χαρακτηρίζει∙ στις συναναστροφές μου, τις σχέσεις μου, την καθημερινότητα μου. Ακόμα και στο γράψιμο μου. Είμαι άνθρωπος ρευστός, ακατάστατος, χαοτικός, παρορμητικός και ανικανοποίητος. Εντούτοις μου αναγνωρίζω το ελαφρυντικό ότι τα τελευταία, τουλάχιστον, χρόνια δεν επιχειρώ να αυτοπροσδιοριστώ μέσα από τους άλλους, δεν συνάπτω σχέσεις για να αποσαφηνίσω το θαμπό πρόσωπο μου, ούτε και πιστεύω σε καθρέφτες. Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι αποφεύγω να τους χρησιμοποιώ για ένα σωρό άλλους λόγους. Όμως δεκανίκια δεν πρόκειται να τους κάνω ποτέ, γι’ αυτό- αν μη τι άλλο- διατηρώ το δικαίωμα να νιώθω υπερήφανος. Μου το έχουν αναγνωρίσει και οι ίδιοι…

Μιλώντας, ωστόσο, για απώλεια ταυτότητας κυριολεκτώ απολύτως. Την έχασα πριν λίγες μέρες στο Amsterdam, παράπεσε μάλλον από την τσέπη μου και αυτή τη στιγμή θα επιπλέει σε κάποιον υπόνομο ή θα βρίσκεται πολτοποιημένη κάτω από τους τόνους των αναλώσιμων υλικών που στοιβάζονται στη χωματερή. Επιπλέον το διαβατήριο μου έληξε μόλις χτες, έτσι για πρώτη φορά στη ζωή μου είμαι χωρίς χαρτιά, σε μια ξένη χώρα, σε ένα καθεστώς ημιπαρανομίας. Κι όμως, στο ξενοδοχείο με έχουν με το σεις και με το σας. Εσχάτως έχω αρχίσει να απολαμβάνω αυτόν τον εξεζητημένο, ακρυλικό σεβασμό των υπαλλήλων προς τον πελάτη. Δεν τον θεωρώ λιγότερο ψεύτικο από οποιαδήποτε άλλη μορφή κοινωνικού σεβασμού ενώ διαθέτει και το παραπανίσιο πλεονέκτημα του απτού χρηματικού αντιτίμου. Έτσι προσφέρεται απλόχερα και χωρίς διακρίσεις, αρκεί να μπορείς να τον αγοράσεις. Στο φουαγιέ και το εστιατόριο του ξενοδοχείου είμαι πάντα ο κύριος τάδε, έστω και αν δεν έχω χαρτιά, έστω και αν είμαι απρόσωπος…

07/02/2011 (Κολωνία)

Εγκατέλειψα το Βερολίνο χθες, οι θερμοκρασίες που επικρατούσαν ήταν πολικές και δεν μου επέτρεπαν τις περιπλανήσεις. Άλλαξα τρία ξενοδοχεία κυρίως για οικονομικούς λόγους αλλά και για τη γοητεία των αντιθέσεων. Ευτυχώς σε καμία περίπτωση δεν μου ζητήθηκε ταυτότητα…

Τα περισσότερα βράδια- καθώς τα πρωινά κοιμόμουν- επιδόθηκα σε καταχρήσεις, κυρίως αλκοολούχων ποτών και νικοτίνης. Σε δυο περιπτώσεις έκανα απρόσωπο σεξ, σε άλλες δύο οι παρτεναίρ μου εκδήλωσαν κάποιας μορφής ενδιαφέρον, προσωπικά το προτιμώ όταν δεν υπάρχει καμία άλλη διάδραση πέραν τις σεξουαλικής, καθώς σε αντίθετη περίπτωση είμαι να αναγκασμένος να φανερώσω έστω και προσχηματικά ένα πρόσωπο, πολύ περισσότερο να υποκριθώ. Σε κάθε περίπτωση συνειδητοποιώ ότι τα τελευταία χρόνια έχω απωλέσει και τη σεξουαλική μου ταυτότητα, πολλές φορές αδυνατώ να συμβιβάσω την φυσιογνωμική ομορφιά με την ερωτική ηδονή, άλλοτε πάλι επιμερίζω μέρη από το σώμα του ερωτικού συντρόφου και εστιάζω σε αυτά, ακόμα χειρότερα προσπαθώ να επωφεληθώ από το σεξ σε όλες του τις μορφές με αποτέλεσμα να γνωρίζω συχνότερα τη σύγχυση παρά την ολοκλήρωση. Η έλλειψη ταυτότητας εξυπηρετεί τους σκοπούς μου αλλά συχνά ο κορεσμός γιγαντώνει το κενό αντί να το ικανοποιεί, έστω και στοιχειωδώς…

15/02/2011

Που είναι τελικά η ταυτότητα μου; Στα σκουπίδια, στους υπονόμους, στα αζήτητα ή, ακόμα χειρότερα, στα χέρια κάποιου αθλίου επιτήδειου;

Γύρισα χθες στις Βρυξέλλες με το τρένο, ευτυχώς με τις νέες συνθήκες οι διασυνοριακοί έλεγχοι έχουν καταργηθεί. Όχι ότι προηγουμένως υπήρχε κάποια ουσιώδης διαφορά, η υπόσταση που σου προσδίδει ένα άψυχο ντοκουμέντο είναι πέρα για πέρα πλασματική, εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η μεγαλύτερη απάτη του σύγχρονου αστικού πολιτισμού. Δεν αναφέρομαι στα χαρτιά, αυτά πάντα υπήρχαν, αλλά στην ψευδαίσθηση της διάκρισης μέσα από τον όχλο. Γνωρίζω αρκετούς διάσημους και «καταξιωμένους», ο ένας είναι πιο μαλάκας από τον άλλον, μα το χειρότερο γι’ αυτούς είναι πως έχουν καταντήσει όμηροι της δημόσιας εικόνας τους. Από το να έχεις μια πλαστή ταυτότητα, είναι προτιμότερο να μην έχεις καμία απολύτως…

18/02/2012

Καλά νέα, μια ερωμένη μου προθυμοποιήθηκε να με φιλοξενήσει για μερικές μέρες. Ευτυχώς δεν δυσκολεύομαι να οικειοποιηθώ τον καινούργιο μου χώρο, τα ξενοδοχεία έχουν κάτι το ανυπόφορα κοινόχρηστο, γνωρίζεις- όπως άλλωστε και με τις πουτάνες- ότι πριν από σένα έχουν περάσει ένα σωρό άλλοι, ίσως γι’ δυσκολεύομαι να αντισταθώ στην αθεράπευτη γοητεία τους (το ίδιο ισχύει και με τις πουτάνες). Όμως εδώ νιώθω ότι κλέβω κάτι, κλέβω το χώρο και τη μυρωδιά της, κλέβω τους εραστές της που κοιμήθηκαν στο ίδιο κρεβάτι, κλέβω τις επηρμένες αναπνοές τους, κλέβω εκείνο το πρωινό που αποφάσισε να αγοράσει τον πίνακα που κρέμεται στον τοίχο του σαλονιού. Κλέβω ευτυχώς ελαφρά τη καρδία και ήσυχος στη συνείδηση, αποφεύγω και το παραμικρό συναισθηματικό δέσιμο με το χώρο. Όταν βρίσκομαι μόνος στο σπίτι καπνίζω, βλέπω μπάλα, κατεβάζω και ξεφυλλίζω τα λευκώματα από τη βιβλιοθήκη και πίνω μπίρες. Η συμβίωση μας κυλάει αρμονικά, κάνουμε και καλό σεξ…

Έχω ήδη ξεκινήσει τις διαδικασίες για την έκδοση νέου διαβατηρίου, καλώς εχόντων των πραγμάτων σε λίγο καιρό οι πόρτες θα ανοίγουν πάλι μπροστά μου, αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι θα αποκτήσω κάποιας μορφής ταυτότητα. Τουλάχιστον τα χαρτιά που θα έχω στα χέρια μου θα συμβαδίζουν, για πρώτη ίσως φορά στη ζωή μου, πλήρως με το υπαρξιακό μου καθεστώς. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν απασχολεί ιδιαίτερα την αστυνομία, απέναντι της ο καθένας αποτελεί μια ψυχρή στατιστική. Αύριο πάλι κάποιοι θα αναμετρηθούν μαζί της στους δρόμους και τις πλατείες, θα παζαρέψουν την μοναδικότητα τους με την  ασυλία του όχλου στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ελευθερίας, των καλύτερων κοινωνικών συνθηκών. Θα φάνε δακρυγόνα και σφαλιάρες. Αλλά θα είναι ικανοποιημένοι με τη ναρκισσευόμενη φιλανθρωπία τους, θα επιστρέψουν σπίτια τους νιώθοντας κάποιοι, θα γαμάνε νιώθοντας κάποιοι, και θα κοιμούνται με την ταυτότητα τους φυλαγμένη στο πάνω συρτάρι του κομοδίνου.

Ας είναι. Δεν πιστεύω σε μεγαλόπνοα ουτοπικά ιδεώδη, πιστεύω σε ανθρώπους φαντάσματα, που περιφέρονται τη νύχτα αόρατοι στα μπαρ και τις κακόφημες συνοικίες, που επιβιβάζονται στα τρένα χωρίς να γνωρίζουν τον προορισμό τους, που γυρεύουν το οξυγόνο μέσα στις πιο ασφυκτικές συνθήκες, που ασπάζονται την ηδονή και την καταστροφή εξίσου, και που αποκρίνονται πάντα στο αιώνιο επαναλαμβανόμενο ερώτημα με την ίδια απεγνωσμένη απάντηση.

-          Ποιος είσαι;

-          Δεν ξέρω!