Και μετά χορέψαμε

Το «Και μετά χορέψαμε» είναι η πρώτη queer ταινία από τη Γεωργία, αυτό από μόνο του αποτελεί είδηση καθώς το να γυρίζεις μια gay ταινία στη συγκεκριμένη χώρα είναι σαν να χρηματοδοτεί η Σαουδική Αραβία μια παραγωγή για τα δικαιώματα των γυναικών. Οι αντιδράσεις όπως αναμενόταν ήταν έντονες με διάφορους Γεωργιανούς χαχόλους να συγκεντρώνονται έξω από τα σινεμά που προβλήθηκε και να προπηλακίζουν τους θεατές, κάτι σαν το δικό μας «Τελευταίο Πειρασμό» ένα πράγμα. Πάντως η εκκλησία φρόντισε να κρατήσει αποστάσεις…

Στα της πλοκής, η άφιξη ενός μυστηριώδη και χαρισματικού νέου σε μια σχολή παραδοσιακών χορών θα αναστατώσει τον πρωταγωνιστή Μεράμπ εν όψει της τελικής επιλογής για το ανσάμπλ, δηλαδή την ανώτερη κρατική σχολή της χώρας. Προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στον αλκοολικό, αυτοκαταστροφικό αδερφό του, τον εφηβικό έρωτα του αλλά και την αναζήτηση της σεξουαλικής ταυτότητας σε μια βαθιά πατριαρχική κοινωνία θα επιλέξει μια ηρωική έξοδο ενάντια στα συντηρητικά ήθη και τον κομφορμισμό με απρόβλεπτες συνέπειες για τον ίδιο και την καριέρα του.

Ενώ η ταινία ξεκινάει σαν ένα ακόμα δυτικοποιημένο brokeback Mountain σταδιακά απογειώνεται τόσο από τις εξαιρετικές ερμηνείες όσο και από την προσεγμένη κλιμάκωση. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο, το γεγονός ότι στο επίκεντρο βρίσκονται οι παραδοσιακοί χοροί, δείγμα αρρενωπότητας αλλά και αδιαπραγμάτευτο taboo. Αυτό δεν εμποδίζει τον σκηνοθέτη από την επιδέξια αποδόμηση του προσφέροντας ένα αποτέλεσμα που συμβαδίζει με την ποπ κουλτούρα της εποχής μας αλλά και τους προβληματισμούς των νέων απέναντι στα επιβαλλόμενα πρότυπα. Εν κατακλείδι, το κλείσιμο του χρόνου μας προσφέρει ένα αναπάντεχο κινηματογραφικό διαμαντάκι που αξίζει την προσοχή όλων…

Η Δολοφονία του Όττο Ουόρμπιερ

«Το όνομα μου είναι Όττο Γουόρμπιερ, και αυτή εδώ είναι η σωρός μου! Σύντομα θα εξεταστεί από την ιατροδικαστή της Πολιτείας του Οχάιο Λακσίμ Σαμαρκό. Το τελικό της πόρισμα ωστόσο ελάχιστη σημασία έχει πλέον για μένα. Είμαι ήδη νεκρός. Yπήρξα ένα πιόνι πολιτικών σκοπιμοτήτων και κρατικής προπαγάνδας. Ένας κατασκευασμένος ύποπτος τόσο εύκολα αναλώσιμος όσο ένα κουνούπι, ή κάποιο άλλο ανυπεράσπιστο ζωύφιο απέναντι στο πέλμα της μπότας ή τις γιγαντιαίες ραβδώσεις του αντίχειρα. Αυτή την αξία έδωσαν στην ύπαρξη μου. Και το χειρότερο, θα μπορούσατε να είστε εσείς στη θέση μου, ή να βρεθείτε στο μέλλον. Μην αμφιβάλλετε γι’ αυτό, ούτε να γελάσετε. Το πιο τρομακτικό είναι πως δεν σας πέρασε ποτέ από το μυαλό, όπως και το δικό μου άλλωστε τη στιγμή που αποφάσιζα να επισκεφτώ την πρωτεύουσα της Λαικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κορέας Πιόνκ Γιάνγκ.

Απευθύνθηκα στο εναλλακτικό ταξιδιωτικό πρακτορείο οι «Νέοι Πιονέροι», το σλόγκαν στη σελίδα τους ήταν «Σας ταξιδεύουμε σε μέρη που η μητέρα σας δεν θα ήθελε να ξέρει ότι βρίσκεστε». Πόσο ειρωνικό αλήθεια. Τώρα μπορώ. για μια τελευταία φορά να ανατρέξω πίσω στα πάντα. Να θυμηθώ την προσγείωση μου στο διεθνές αεροδρόμιο της Πιονκ Γιάνγκ. Τον ενθουσιασμό μου φτάνοντας στη μυστηριώδη αυτή χώρα, την περιέργεια μου να γνωρίσω από πρώτο χέρι αυτό που τα δυτικά μέσα αποκαλούσαν στυγνή, κομουνιστική δικτατορία. Κυρίως τους ανθρώπους της, εκείνους που κυκλοφορούν στο δρόμο κάτω από το άγρυπνο μάτι του Οργουελικού εφιάλτη, στο οπτικό πεδίο του οποίου και θα βρισκόμουν και γώ για λίγες μέρες, με συνέπειες που αδυνατούσα να φανταστώ…

Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν οι τεράστιες πλατείες, τόσο γιγάντιες και αχανείς που σχεδόν εκμηδένιζαν τους περαστικούς, τους συσμίκριναν μπροστά στην απεραντοσύνη τους, και ύστερα τα αγάλματα των μεγάλων ηγετών της δυναστείας των Γιούνγκ, τόσο ψηλά που μας έκαναν να μοιάζουμε όλοι εμείς από κάτω σαν μυρμήγκια, αλλά τελικά αυτό δεν ήταν μια παραίσθηση αλλά η πραγματικότητα, ναι καλά ακούτε. Μα τέτοιες σκέψεις δεν μου πέρασαν διόλου απ το μυαλό τις πρώτες μέρες της διαμονής μου. Ένιωθα τόσο τυχερός και ξεχωριστός, ένας ευτραφής δυτικός στους δρόμους της πιο απαγορευμένης χώρας. Εύπορος αστός από τα προάστια του Οχάιο, ενθουσιώδης νέος που γευόταν τα πλεονεκτήματα των ελεύθερων μετακινήσεων, του παγκοσμιοποιημένου χωριού, ένας πολίτης του κόσμου. Μια οντότητα μοναδική ανάμεσα στις υπόλοιπες, ισότιμη και ικανή να χαράξει το πεπρωμένο της.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς παρακολούθησα με τους συνταξιδιώτες μου την πανδαισία των βεγγαλικών στην κεντρική πλατεία. Το ίδιο βράδυ ήπιαμε με τον συγκάτοικο μου μπύρες στο ξενοδοχείο.

 

 

 

Ατιτλο…

Τρίτη 02:30, Νεοκλασικό Θεμιστοκλή Σαράντου, Τατόι

 

Οι φεμινίστριες, με τα μάτια δεμένα, προσπαθούσαν ανεπιτυχώς να συγχρονιστούν εκτελώντας το χορευτικό μπροστά από το Kοινοβούλιο. Άλλες γύριζαν προς τα δεξιά, κάποιες έμεναν ακίνητες, ορισμένες αμφιταλαντεύονταν γέρνοντας τελικά προς τ’ αριστερά. Ο Εκλεκτικός άφησε ένα πικρόχολο κακάρισμα κοιτάζοντας την έκφραση του Πρύτανη.

«Πρόσεξες ότι σε αυτήν με τη μαύρη φούστα φαίνεται το μουνί της, μετά σου λέει ότι φταίνε οι βιαστές»

Παρατήρησε εκείνος χωρίς να να μετακινήσει το βλέμμα του από το θέαμα, ακόμα και για έναν αντικειμενικό παρατηρητή η γελοιότητα του υποσκέλιζε τις όποιες καλές προθέσεις. Αλλά για τους ένοικους του Νεοκλασικού αυτές δεν υπήρχαν καν, μονάχα ένα προπαγανδιστικό μανιφέστο από μια δράκα κατώτερων βιολογικά όντων που επεδίωκε μάταια την εξομοίωση με το ισχυρό φύλο.

«Άραγε οι δασκάλες που αποπλανούν ανήλικους μαθητές, συμμετείχαν στην διαδήλωση;»

Συνέχισε τους συλλογισμούς του προκαλώντας ένα νέο κύμα γέλωτα στον κολλητό του.

Ο Τσαλαπετεινός του Wyoming

Αν υπάρχουν δύο ελληνικές ταινίες που σημάδεψαν τη γενιά μου, αυτές είναι «Οι απόντες» του Νίκου Γραμματικού και ο «Τσαλαπετεινός του Wyoming» του Δημήτρη Ινδαρέ. Γυρισμένες στα μέσα των 90’s αφουγκράζονται και ακτινογραφούν όλη τη μελαγχολία, τον καταστροφικό κομφορμισμό και τον αντιερωτισμό εκείνης της δεκαετίας. Μιας δεκαετίας μέσα στην οποία οι σαραντάρηδες της γενιάς μου είχαν την τύχη (αλλά και την ατυχία μαζί) να ενηλικιωθούν.

Στο σινεμά την ταινία του Ινδαρέ την είδα για πρώτη φορά με μια συμμαθήτρια  από το φροντιστήριο σε μια άδεια αίθουσα στην Πατησίων, ή για να πω την αλήθεια ελάχιστα από αυτή κατάφερα να δω, καθώς κατά τη διάρκεια της προβολής επιδιδόμασταν σε ερωτικές περιπτύξεις που ωστόσο δεν έφτασαν εκείνη τη στιγμή στην ολοκλήρωση, και θα έπαιρνε αρκετό καιρό μέχρι αυτό να γίνει με τρόπο περισσότερο τραυματικό και σχεδόν καθόλου διονυσιακό. Ιστορικά εγκλωβισμένοι ανάμεσα στη γενιά της όψιμης σεξουαλικής απελευθέρωσης που χαρακτήρισε τα 80’s και της απενοχοποίησης των ηθών που θα σηματοδοτούσαν τα 00’s, μεγαλώσαμε στο άχαρο μεταίχμιο, μια μαύρη τρύπα που κυριαρχούσε η ματαίωση, η καχυποψία, η σύγχυση και τα όψιμα κρίματα των προηγούμενων.

Όταν λοιπόν έτυχε την ξαναδώ στην τηλεόραση η ταύτιση μου ήταν κάτι περισσότερο από απόλυτη ώστε να την κατατάξω σε ένα από τα συγκλονιστικότερα έργα της εγχώριας κινηματογραφίας.

Στην ιστορία, ένας νεαρός φοιτητής, ο Μιχάλης (Αλέξανδρος Λογοθέτης) προσπαθεί να ισορροπήσει (σαν ενδιάμεσος και ο ίδιος κρίκος) ανάμεσα στη μεγαλύτερη ερωμένη του Λήδα (Κωνσταντίνα Ανδριοπούλου) και τη νεαρή φίλης της Λία (Βίκη Βολιώτη), πριν γνωρίσει την εγκατάλειψη από την πρώτη και τον απόλυτο έρωτα μαζί με την απόρριψη από τη δεύτερη. «Σύμφωνα με μελέτες που έγιναν στον Τσαλαπετεινό του Wyoming…τα υπόλοιπα αρσενικά υποχρεούνται σε αναγκαστική εγκράτεια» ακούγεται να λέει ο φίλος της ανύπαντρης μητέρας του (Μπέτυ Αρβανίτη) σε ένα σημείο της ταινίας. Ονειροπόλος και ευαίσθητος ο ίδιος αδυνατεί να αφομοιωθεί σε μια συνθήκη που του ζητά να παραδώσει την αθωότητα του,  παρατηρώντας γύρω του τα εγωκεντρικά συντρίμμια ενός κόσμου που επιζητεί την απόλυτη έλλειψη ευθυνών, την απουσία ουσιαστικών δεσμεύσεων, το safe zone της μοναξιάς του.

Με μια ατμοσφαιρική μουσική επένδυση δια χειρός Δημήτρη Παπαδημητρίου και το υπέροχο τραγούδι της Ελευθερίας Αρβανιτάκη «Και όλα αρχίζουν αλλιώς» που δένει τις κορυφαίες σκηνές, η ταινία του Ινδαρέ αποτελεί ένα μικρό ρέκβιεμ της αντρικής παιδικότητας, αλλά και μια εισαγωγή στον επίπονο προθάλαμο της ενηλικίωσης που κάποιοι δρασκελίζουν και κάποιοι άλλοι επιμένουν να αναβάλλουν την είσοδο τους, «υποχρεούμενοι σε αναγκαστική εγκράτεια»…

Τζό Νέσμπο-Αίμα στο χιόνι

Ο πατριάρχης του fiction πολτού, ο άνθρωπος που όταν πραγματοποίησε το ντεμπούτο του ούτε λίγο ούτε πολύ σε έκανε να θες να ανοίξεις τα αρχεία του Βατικανού για να διαπιστώσεις τι διάολο βύσματα έβαλε ο κερατάς, αποδεικνύει ότι- έχοντας τη φήμη και τα φράγκα στην καβάτζα- μπορεί να γράψει και καλά, διατηρώντας το ψυχρό, σκανδιναβικό χιούμορ αλλά απομονώνοντας τους περιττούς εξυπνακισμούς, τον φτηνό εντυπωσιασμό που προορίζεται αποκλειστικά για Άγγλους πολίτες τρίτης κατηγορίας που κλείνουν φτηνά πακέτα διακοπών στο Αλικάντε, τη Σεφερλίδικη εν ολίγοις πρόζα που σε καμία περίπτωση δεν θα συγκινήσει κάποιον συνειδητοποιημένο αναγνώστη…

Η αλήθεια είναι πως στη νουβέλα του «Αίμα στο Χιόνι» ο Νέσμπο δείχνει αρκετά απελευθερωμένος ώστε να προσφέρει μια αξιοπρεπή δουλειά, δεν αποφεύγει τον εκβιαστικό φανφαρονισμό, αλλά διαχειρίζεται ικανοποιητικά τις αποχρώσεις του μαύρου χιούμορ πλησιάζοντας το κινηματογραφικό «Με σειρά προτεραιότητας» αλλά και τη βάση της σκανδιναβικής νουάρ σχολής (την οποία, προς πληροφόρηση των αδαών, ούτε εγκαινίασε αλλά ούτε και εκπροσωπεί).

Στην καθαυτή υπόθεση, ο επαγγελματίας εκτελεστής Ούλαφ Γιόχανσεν αναλαμβάνει, καθ’ υπόδειξη του αφεντικού του τη δολοφονία της γυναίκας του, ωστόσο ο έρωτας για το υποψήφιο θύμα του θα οδηγήσει το αρχικό σχέδιο σε ναυάγιο, η Νεσπμοική χοντροκοπιά και τα παιδικά πραγματολογικά λάθη (όπως οι διάλογοι κατά την πρώτη συνάντηση τους) αντισταθμίζονται ικανοποιητικά από την ροή αλλά και κάποιες στοχευμένες απόπειρες χιούμορ ενώ η ατμόσφαιρα παραμένει παγερή και κυνικά ελκυστική με το χιόνι πάντα σε πρώτο πλάνο.

Υπερβολικά σχηματικός ο ήρωας, δεν πείθει, αλλά σώνεται από την αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα (παλιά μου τέχνη κόσκινο) και τα ευφυή τεχνάσματα. Εν ολίγοις, το «Αίμα στο χιόνι» αποτελεί μια δουλειά που δεν θα απογοητεύσει τους σανοφάγους οπαδούς του Νέσμπο αλλά παράλληλα θα δώσει αρκετή τροφή για σκέψη σε αναγνώστες που κινούνται «out of the box» παραμένοντας ασυγκίνητοι απέναντι στην παγκόσμια λογοτεχνική φάμπρικα κατασκευής εφήμερων ειδώλων…

 

 

Σκαλούμπακες και Κούληδες

78940734_2607338152691918_2293863340402802688_nΥποθέτω  ότι ο Σκαλούμπακας νιώθει τώρα δικαιωμένος. Μάλλον κάτι τέτοιες σούφρες «αριστερών» ονειρευόταν να σκίσει μέσα από τα τιτιβίσματα του. Το έκαναν για λογαριασμό του οι κρατικοί λειτουργοί- υπό τις ευλογίες των προιστάμενων τους. Ξύλο, ξεγυμνώματα, σεξιστικές απειλές- οι σούφρες να έχουν την τιμητική τους στο υβρεολόγιο και τους διακαείς πόθους των οργάνων της τάξης.

Ίσως κάποιοι στη νέα κυβέρνηση μπέρδεψαν την κανονικότητα με την δημοκρατία. Το πιο πιθανό βέβαια είναι ότι ξέραν πολύ καλά γιατί μιλούσαν και η σύγχυση προκλήθηκε στο ακροατήριο τους-αν υποθέσουμε ότι αυτό επιθυμεί δημοκρατία. Ας διαχωρίσουμε λοιπόν τις έννοιες για τους αδαείς. Όταν κάνεις τα άρθρα του συντάγματος κουρελόχαρτο  μπορεί να επαίρεσαι για την επαναφορά της κανονικότητας αλλά δημοκρατία δεν έχεις. Ειδάλλως άλλαξε Σύνταγμα, αναθεώρησε την παράγραφο περί της συμπεριφοράς των οργάνων της τάξης προς τους πολίτες  (άρθρο 120) και γράψε ότι οι τελευταίοι πρέπει να φτύνουν το γάλα της μάνας τους πριν τη σύλληψη τους…

Δεν είμαστε φυσικά η πρώτη από τις «δημοκρατικές» δυτικές χώρες που εφαρμόζονται τέτοιες πρακτικές, μάλλον ο Αμερικανοτραφής υπουργός δημόσιας τάξης τις έμαθε στα σχετικά σεμινάρια και τις εισήγαγε. Αυτό που λησμόνησε ίσως, ή αποφεύγει να δει, είναι οι εικόνες από τη Χιλή, το Χόνγκ Κόνγκ και τη Λα Παζ. Διότι αν κλείσεις το καπάκι και πειράξεις τη βαλβίδα, η έκρηξη είναι νομοτελειακή…

 

Μισέλ Ουελμπέκ- Τα στοιχειώδη σωματίδια

220px-Atomised

Αν στο Μεσαίωνα ήταν η «Βίβλος» και στη βιομηχανική επανάσταση «Το κεφάλαιο», τότε «Τα στοιχειώδη σωματίδια» του Μισέλ Ουελμπέκ μπορούν να χαρακτηριστούν το Ευαγγέλιο της εποχής μας. Μιας εποχής μεταβατικής που η κατάληξη της περιγράφεται από τον συγγραφέα με τα πιο μελανά και δυστοπικά χρώματα.

«Όταν επιβάλλεται η τροποποίηση ή η ανανέωση του θεμελιώδους δόγματος, οι γενιές που θυσιάζονται κατά τη διάρκεια του μετασχηματισμού μένουν ουσιαστικά ξένες προς αυτόν, και συχνά γίνονται ευθέως εχθρικές» παραθέτει κάποια στιγμή ο συγγραφέας στο βιβλίο τα λόγια του Auguste Compte, συνοψίζοντας την ψυχοσύνθεση των δύο ηρώων του αλλά και προδιαγράφοντας τη μοίρα τους. Του σεξομανή Μπρύνο που η αποτυχία του στο αντίθετο φύλο τον κατακλύζει με νευρώσεις και του λαμπρού αλλά αποσυνάγωγου, ετεροθαλούς αδερφού του Μισέλ.

Οι δύο τους, ζουν αλλά κυρίως παρατηρούν την παρακμή και την αποσύνθεση της δυτικής Ευρώπης σε μια εποχή που η κατάρρευση των δογμάτων αναπληρώνεται από τον άκρατο ηδονισμό, τον στυγνό ανταγωνισμό, την επαναφορά μιας πρωτογονικής κατάστασης ως απόρροια του επιθετικού, ξενόφερτου, καπιταλισμού όπου η αποσάθρωση των δομών της κοινότητας και της οικογένειας μεγαλοποιεί και διαστρεβλώνει το εγώ καθιστώντας τον ατομικισμό ως τη μόνη βιώσιμη συνθήκη. Δεν είναι τυχαίο ότι η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αποδίδεται με τον τίτλο «Atomised».

Ανήμποροι, όπως και οι πλειοψηφία αυτής της γενιάς, να απορροφηθούν από αυτή τη συνθήκη τα δύο αδέρφια «αυτοκτονούν» με τον δικό του τρόπο ο καθένας μαζί με ολόκληρη την Ευρώπη προλειαίνοντας την απαρχή ενός θαυμαστού «καινούργιου κόσμου» όπου η βιοτεχνολογία προσφέρει την τελική λύση με την ανάπτυξη της κλωνοποίησης. Μιας κοινωνίας, δηλαδή, με μονάδες προγραμματισμένες και απαλλαγμένες από τις παθογένειες της επιβεβλημένης άγρας του κέρδους και του κανιβαλισμού. Στα χνάρια των σύγχρονων Αμερικανών λογοτεχνών- Μπρετ Ίστον Έλλις, Πόλανικ κ.ο.κ- που ακτινογράφησαν τη χρεοκοπία της γενιάς τους, ο Μισέλ Ουελμπέκ το πάει ένα βήμα παραπέρα προσφέροντας στον αναγνώστη μια εφιαλτική προφητεία…

Υ.Γ 1: Άθλιο και παραπλανητικό το εξώφυλλο της «Εστίας» από την οποία κυκλοφορεί η Ελληνική μετάφραση, για αυτόν τον λόγο παραθέτουμε την αγγλική έκδοση

Υ.Γ 2: Το βιβλίο μεταφέρθηκε πιστά στον κινηματογράφο το 2006 σε γερμανική παραγωγή υπό τον τίτλο «Elementarteilchen»

 

 

Amsterdam…

59353899_283483065703610_1745946644395851776_nΈφτασα στον κεντρικό σταθμό με την ταχεία. Ελάχιστα έδειχναν να έχουν αλλάξει από τον καιρό της πρώιμης νιότης μου, τότε που επισκεπτόμουν τακτικά την πόλη για κραιπάλη και φτηνό σεξ. Τα γλαροπούλια αναπαύονταν τεμπέλικα πάνω στην παγωμένη κρούστα των καναλιών. Το τραμ περνούσε μπροστά από την πιάτσα των ταξί και τα ποδήλατα κινούνταν σαν αφιονισμένα κολεόπτερα . Άφησα τα πράγματα μου στο φτηνό κατάλυμα και βγήκα στο δρόμο για να αγοράσω λίγα γραμμάρια Μαροκάνικο. Το απόγευμα κάθισα σε ένα κεντρικό μπαρ να δω μπάλα πίνοντας αργά το pint μου, η Τότεναμ υποδεχόταν τη Γουότφορντ και οι άγγλουροι, τύφλα στο μεθύσι, παρακολουθούσαν το ματς σα σινεφίλ σε πρεμιέρα του Φελίνι. Άναψα το τριακοστό τσιγάρο της μέρας και κατέβασα την προτελευταία γουλιά, άφησα όλη αυτή την παρακμή να με μεθύσει, το βράδυ θα επισκεπτόμουν το αμαρτωλό μπαρ του παρελθόντος.

Δεν τη βρήκα εκεί, σίγουρα τα χρόνια είχαν οργώσει το κορμί της, τότε ήμουν δεκαεννιά και κείνη 35. Θα χε πενηνταρίσει οπωσδήποτε, μα τα κατάμαυρα μαλλιά της θα χαν ξεθωριάσει άραγε; Τα σιλικονούχα μπαλκόνια της θα χαν σκεβρώσει; Η προβοσκίδα ανάμεσα στους πλούσιους κρεόλικους γοφούς της θα’ ταν ακόμα αγέρωχη και διψασμένη; Μήπως είχε επιστρέψει στη Βενεζουέλα; Αλλά τι να κανε σάματις σε μια χώρα ανέκδοτο. Κάθισα στη μπάρα και παρήγγειλα μια ακόμα μπίρα, δεν είχα την αλλοτινή ομορφιά για να προσελκύω τόσο αβίαστα τα βλέμματα από πούστηδες, τραβεστί και ναυάγια. Αλλά η μυρωδιά της ανθρώπινης αποσύνθεσης με μεθούσε σαν παλαιωμένο αψέντι, τα θολά βλέμματα και τα ταλαιπωρημένα πρόσωπα πίσω από τα οποία μπορούσες να διακρίνεις την πιο μαγική ομορφιά. Από τα ηχεία δραπέτευε το Disco Partizani εν αναμονή ενός ακόμη drag. Η βαρβατίλα των εξημμένων Βαλκάνιων και Αράβων ξεχείλιζε από παντού.

-Έχεις ένα τσιγάρο;

Την είδα να έρχεται δίπλα μου με το εφαρμοστό, εμπριμέ μπούστο μέσα στο οποίο το ζεύγος των ψεύτικων βυζιών της ασφυκτιούσε. Μάτια αμυγδαλωτά και έντονα, χείλι βουτηγμένα στο υαλουρονικό και πιο κάτω οι γλουτοί της πεταχτοί και θρασύτατοι, φοραδίσια καπούλια  που απογύρευαν αποκομμένα από την ύλη τον επιβήτορα της νύχτας. Ήταν δυνατόν να αρνηθώ, της έδωσα δύο και κείνη με επιβράβευσε με μια προσποιητή ηδυπάθεια στο πρώτο άναμμα.

 

Τρεις γραμμές άσπρης πάνω στο σαρακοφαγωμένο κομοδίνο. Απέναντι την έβλεπα να αποβάλει το εφαρμοστό κορμάκι της όπως το φίδι το δέρμα του, έμεινε με το δαντελωτό στρίνκ που από μέσα του φούσκωνε το τελευταίο τεκμήριο του απαρνημένου ανδρισμού της. Γυναίκα και άντρας μαζί, άνθρωπος υβριδικός, πιασίματα πλούσια και ζουμερά, η πίσω όψη της ένας πίνακας του Μοντιλιάνι, η θηλυκότητα αποθεωμένη, και από μπροστά μια ξιφολόγχη να διασπαθίζει κάθε βεβαιότητα.

-Εκατό ευρώ!

-Μα δεν είχαμε συμφωνήσει κάτι τέτοιο

– Εκατό ευρώ!

Επανέλαβε με τραχύτητα και αγένεια ξεχνώντας την πρότερη ηδυπάθεια. Έβγαλα από το πορτοφόλι τέσσερα χαρτονομίσματα των πενήντα Ευρώ και τα ακούμπησα πάνω στο τραπέζι, στο ένα τσιγάρο δύο, στα εκατό μπροστά, διακόσια! Γλύκαναν τα χαρακτηριστικά της και πύρωσε το σώμα, γίναμε ένα πάνω στα κοινόχρηστα σεντόνια καθώς κούμπωνα το πεινασμένο μόριο μου στην πληρωμένη της οπή, μέχρι να ανοίξω το σφιγκτήρα της διάπλατα, να της δώσω το ερεθισμένο άντερο στο χέρι, να τιμωρήσω τη χωριατιά και την πλεονεξία της χορταίνοντας τις ορμές μου.

-Σου άρεσε;

Με ρώτησε καθώς έβγαινα από το μπάνιο, τα βλέφαρα της είχαν αρχίσει ήδη να γλαρώνουν, ο ύπνος πρόλαβε τη μονολεκτική μου απάντηση. Λίγα λεπτά αργότερα ροχάλιζε πάνω στο μαξιλάρι. Άνοιξα την τσάντα της και πήρα πίσω τα λεφτά, μαζί με το διαβατήριο και το i-phone της. Αποχώρησα από το φτηνό ξενοδοχείο ακροποδητί και βγήκα στην πηχτή νύχτα πετώντας τα πράγματα της στο κανάλι, κράτησα μόνο τα λεφτά μου. Δεν είχα αλλάξει πολύ από τα δεκαοχτώ μου, ούτε και η πόλη όμως είχε…

Πτήση 447 της air france

 

67767212_2488202651244173_7406413511288422400_n

 

Την 1η Ιουνίου του σωτηρίου έτους 2009, αεροπλάνο τύπου airbus 330 της εταιρείας Air France,  αριθμού νηολογίου F-GZCP,  που εκτελούσε το αεροδρόμιο Ρίο ντε Τζανέιρο-Παρίσι εξαφανίστηκε από τα ραντάρ δύο ώρες μετά την αναχώρηση του. Τα συντρίμμια του εντοπίστηκαν ύστερα από μια βδομάδα στον Ατλαντικό ωκεανό. Ένα χρόνο αργότερα ο Γάλλος εμπειρογνώμονας Claude Izzo, έστειλε το τελικό πόρισμα του στις αρμόδιες υπηρεσίες, ωστόσο συνέταξε και ένα παράλληλο περισσότερο φιλοσοφικού και υπαρξιακού ενδιαφέροντος με γνώμονα το προσωπικό του δράμα που αποφάσισε να εμπιστευτεί στο λογοτεχνικό περιοδικό “Lire”. Το δημοσιεύουμε αυτούσιο έχοντας διατηρήσει την ορθογραφία και τα σημεία στίξεως αναλλοίωτα.

« Μετά από πολύμηνη έρευνα και σύμφωνα με την απομαγνητοφώνηση των μαύρων κουτιών και τα ευρήματα της ατράκτου, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το αεροπλάνο έχασε τις ρυθμίσεις του λόγω παγώματος των εξωτερικών αισθητήρων ταχύτητας με αποτέλεσμα να εμφανίζονται αλλοπρόσαλλες και αναξιόπιστες αερομετρικές πληροφορίες στα όργανα του πιλοτηρίου. Ο άπειρος πιλότος Πιέρ Μπονίν αποσυνέδεσε τον αυτόματο πιλότο και ανύψωσε το ρύγχος ανεβάζοντας το αεροπλάνο στα 37.500 πόδια, το λεπτό στρώμα αέρα  ήταν αδύνατον να διατηρήσει την πτητική του ικανότητα. Αυτό συνέβη γιατί βασίστηκε στις λανθασμένες ενδείξεις θεωρώντας ότι έχανε ύψος. Να πω εδώ ότι ένας βασικός κανόνας της αεροναυπηγικής υπαγορεύει ότι αν ένα αεροσκάφος χάσει τις ρυθμίσεις του και εξακολουθεί να είναι αξιόπλοο ο κυβερνήτης το αφήνει να πετάει ως έχει μέχρι αυτές να επανέλθουν. Γιατί όμως ο νεαρός Μπονίν προέβη σε αυτή την αψυχολόγητη κίνηση; Αυτό είναι κάτι που μπορώ να εξηγήσω  μόνο με γνώμονα το προσωπικό μου δράμα…

» Πριν δύο χρόνια ήμουν ένας ευτυχισμένος οικογενειάρχης, ένας ευσυνείδητος επαγγελματίας με μια υπέροχη σύζυγο και μια πανέμορφη κόρη που μόλις είχε περάσει στο Baccalaureate και ετοιμαζόταν για την είσοδο της στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Ένα ανεξήγητο και αναίτιο κενό άνοιξε τότε ξαφνικά μέσα μου, κάτι απροσδιόριστο που με βύθιζε στη μελαγχολία και ακύρωνε όλα τα επιτεύγματα μου. Οι εξωτερικοί μου αισθητήρες αδυνατούσαν να αποκωδικοποιήσουν τα ερεθίσματα, η γυναίκα μου μου φαινόταν αδιάφορη, η κόρη μου άσχημη, η δουλειά μου απαίσια. Άρχισα να συχνάζω στο περιβόητο Le cien qui fummes στο Monparnasse, μαζί με αλκοολικούς και ναυάγια. Η μαυρίλα είχε κάτι το μυστικιστικό που έδινε στη συγκεκριμένη φάση της ζωής μου το μοναδικό της νόημα. Αργότερα ανακάλυψα το τζόγο, και μετά της πουτάνες. Περιφερόμουν στην Pigale δοκιμάζοντας κάθε λογής βίτσια, μυήθηκα στην ουρολαγνεία και την εναλλαγή ρόλων. Αποξενωνόμουν σταδιακά από την ακρυλική, οικογενειακή θαλπωρή. Άδειαζα την τσέπη μου και επιβάρυνα το συκώτι μου.

»Κάτι κοινοί γνωστοί που με είδαν ένα βράδυ να εισέρχομαι σε κάποιο λαϊκό μπουρδέλο το μετέφεραν στη γυναίκα μου, αυτό σε συνδυασμό με τη διασπάθιση του οικογενειακού μας λογαριασμού, που ως τότε δικαιολογούσα προσχηματιζόμενος μεγαλόπνοες επενδύσεις,  με οδήγησαν σε ένα καταστροφικό και κοστοβόρο διαζύγιο. Τους τελευταίους μήνες ζω μόνος σε μια γκαρσονιέρα κοντά στο δάσος της Βουλώνης, δεν έχω αλλάξει τις πρότερες συνήθειες μου αλλά τις έχω περιορίσει αισθητά, το ίδιο και την κατανάλωση αλκοόλ. Όμως για πρώτη φορά νιώθω ευτυχισμένος. Υπό το πρίσμα των τελευταίων εξελίξεων, και σχετικά με το πρόσφατη συντριβή του μοιραίου αεροπλάνου, καταλήγω σε ένα συμπέρασμα που εντούτοις απέκρυψα σκόπιμα από το επίσημο πόρισμα. Πιθανώς ο νεαρός Μπονίν να ανύψωσε σκόπιμα το ρύγχος του αεροσκάφους, θέλοντας ίσως και ο ίδιος να νιώσει αυτή την στιγμιαία, απροσδιόριστη υποψία έκστασης και ζωής λίγο πριν τη συντριβή του…»

Η εκτέλεση

67823797_371314620218556_893469312008847360_n
«Έχω κάνει μια κράτηση στο όνομα Ιγκόρ Κολάροφ»
Παρατήρησε το ανέκφραστο πρόσωπο του ρεσεψιονίστ και λίγο πιο κάτω την παλάμη του να ανοίγει μηχανικά για να υποδεχτεί το διαβατήριο του. Το κράτησε μέσα της περνώντας σχολαστικά τα στοιχεία του στο δίκτυο του υπολογιστή.
«Μετρητά ή κάρτα;»
«Μετρητά»
«Δωμάτιο 309, στον τρίτο όροφο , το πρωινό σερβίρεται από τις εφτά έως τις δέκα, καλώς ήρθατε στην Αθήνα κύριε Κολάροφ»
«Μόνο τη νύχτα αυτή η πόλη φαίνεται όμορφη», αναλογίστηκε, «Μην παρασυρθείς όμως, καλύτερα να νοικιάσεις καμιά βίζιτα, ο σύνδεσμος θα σε καλέσει μόλις ειδοποιηθεί ότι έχεις φτάσει για να συναντηθείτε στο φουαγιέ». Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά αφότου έκλεισε την πόρτα πίσω του για να ακούσει την κλήση, βούρτσισε βιαστικά τα δόντια του και κατέβηκε. Στο βάθος της σάλας καθόταν ένας κοντοκουρεμένος τύπος με μαύρο κουστούμι σκυμμένος πάνω από ένα παλιό τεύχος της Izvestiya, πήγε και κάθισε δίπλα του αναγκάζοντας τον να σηκώσει το βλέμμα του.
«Είχατε καλό ταξίδι;»
Τον ρώτησε με πεντακάθαρη Μοσχοβίτικη προφορά.
«Δεν έχω παράπονο»
Απάντησε προσπαθώντας να καλύψει τη δική του.
«Από πού είστε;»
«Κράσνονταρ Κράι»
«Έχετε καλή ομάδα φέτος, πάτε για πρωτάθλημα»
Τον εκνεύριζε πάντα η υποτιμητική πρωτευουσιάνικη συγκατάβαση, αλλά το μόνο που σκεφτόταν τώρα ήταν η δουλειά.
«Λοιπόν;»
Ρώτησε ξερά για να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα με τις περιττές εισαγωγικές σαχλαμάρες, ο άντρας απέναντι έβγαλε από τον χαρτοφύλακα ένα φάκελο και τον έτεινε μπροστά του.
«Περιέχει την φωτογραφία του στόχου σου και μια επιταγή πενήντα χιλιάδων ευρώ. Όταν αποσυρθείς στο δωμάτιο μπορείς να την μελετήσεις με την ησυχία σου. Η δουλειά πρέπει να γίνει μέσα στις επόμενες πέντε μέρες. Ο πελάτης θα σε πάρει από ασφαλή σύνδεση για να σου δώσει οδηγίες. Καλή επιτυχία»
***
Ο εκτελεστής συμβολαίων θανάτου δεν σκέφτεται ούτε ρωτάει, απλά πατάει τη σκανδάλη διώχνοντας τη σφαίρα από τη θαλάμη, κάνει αυτό που οι περισσότεροι διστάζουν να κάνουν ή πρέπει να έχουν ένα ισχυρό και αδιαπραγμάτευτο κίνητρο για να το πράξουν. Το δικό του κίνητρο είναι μόνο χρηματικό. Δεν τον ενδιαφέρει η ζωή που θα αφαιρέσει ούτε οι συνθήκες, μόνο να το κάνει καλά, επαγγελματικά. Έκλεισε τη συνδιάλεξη κοιτάζοντας τα φώτα της πόλης να απλώνονται σαν ιστός. Επανέφερε στο νου του τα λόγια του πελάτη.
«Πρόκειται για σκληρό καρύδι, κυκλοφορεί πάντα οπλισμένος και έχει μάτια ακόμα και στην πλάτη. Η μόνη στιγμή που μπορείς να τον αιφνιδιάσεις είναι όταν πηγαίνει το γιο του στο σχολείο. Έχει το πιστόλι κρυμμένο στο τσαντάκι και την προσοχή του στραμμένη στον κανακάρη του. Ο μικρός είναι το άσυλο του κατάλαβες, δεν πιστεύει ότι κάποιος μπορεί να τον σκοτώσει μπροστά στα μάτια του. Αύριο το πρωί ο σύνδεσμος θα σου προμηθεύσει ένα αυτοκίνητο μάρκας Kia και τύπου Rio. Με αυτό θα παρακολουθείς την διαδρομή του στόχου σου από το σπίτι στο σχολείο. Η δουλειά θα γίνει την Τετάρτη, αφού τελειώσεις ο σύνδεσμος θα σε περιμένει τρία στενά πιο πάνω. Θα βάλεις φωτιά στο αυτοκίνητο και θα επιβιβαστείς στη μηχανή του που θα σε μεταφέρει στο αεροδρόμιο για να πάρεις την πτήση σου. Σύμφωνοι;»
Ο εκτελεστής δεν σκέφτεται ούτε ρωτάει. Επανέλαβε στον εαυτό του βάζοντας δύο δάχτυλα Tullamore στο ποτήρι και ρίχνοντας ένα παγάκι. Πληκτρολόγησε στο ίντερνετ τη λίστα με τα γραφεία συνοδών. Πάτησε ένα στην τύχη βλέποντας στην οθόνη τις φωτογραφίες των κοριτσιών. Δεν ήθελε συμπατριώτισσα του, όταν βρισκόταν σε αποστολές εκτός έδρας φρόντιζε να έχει τα νότα του φυλαγμένα από κάθε άποψη, οι Ελληνίδες βέβαια ήταν υποδεέστερες αλλά αυτό ελάχιστα τον ένοιαζε, μονάχα να γίνει καλά η δουλειά, και για να γίνει καλά η δουλειά όφειλε να αποβάλλει κάθε έγνοια και άγχος απ το κεφάλι του. Διάλεξε μια ζουμπουρλή που το γραφείο στην εισαγωγή την προμόταρε σαν την κοπέλα της διπλανής πόρτας, δύο ώρες αργότερα χτυπούσε τη δική του.
***
«Καλό σας ταξίδι κύριε Κολάροφ»
Του είπε η όμορφη συνοδός εδάφους επιστρέφοντας του το διαβατήριο. Κάθισε περιμένοντας να δει την αναγγελία της πύλης επιβίβασης στον φωτεινό πίνακα. Δεν θυμόταν το πετρωμένο βλέμμα του στόχου του, χρειάστηκε ευτυχώς να ξοδέψει μια μόνο σφαίρα για του τρυπήσει τον κρόταφο, ο φλοιός του κρανίου είναι πιο λεπτός στο συγκεκριμένο σημείο. Το βλέμμα του παιδιού ωστόσο του είχε εντυπωθεί πολύ καλά, βλέμμα απορίας και έκπληξης, ανήμπορο να χωρέσει μέσα του τα κρίματα της ανθρωπότητας. Η πύλη εισόδου εμφανίστηκε στον πίνακα διώχνοντας βιαστικά την ανάμνηση. Σε τρεις ώρες θα βρισκόταν στη Μόσχα, θα πέταγε το πλαστό του διαβατήριο στις όχθες του Μόσκοβα, θα γινόταν για λίγες μέρες ξανά ο Αντόν, πιθανώς να έκανε και μια βόλτα από διαμέρισμα της μητέρας του στα περίχωρα. Είχε πολύ καιρό να τη δει…