Και μετά χορέψαμε

Το «Και μετά χορέψαμε» είναι η πρώτη queer ταινία από τη Γεωργία, αυτό από μόνο του αποτελεί είδηση καθώς το να γυρίζεις μια gay ταινία στη συγκεκριμένη χώρα είναι σαν να χρηματοδοτεί η Σαουδική Αραβία μια παραγωγή για τα δικαιώματα των γυναικών. Οι αντιδράσεις όπως αναμενόταν ήταν έντονες με διάφορους Γεωργιανούς χαχόλους να συγκεντρώνονται έξω από τα σινεμά που προβλήθηκε και να προπηλακίζουν τους θεατές, κάτι σαν το δικό μας «Τελευταίο Πειρασμό» ένα πράγμα. Πάντως η εκκλησία φρόντισε να κρατήσει αποστάσεις…

Στα της πλοκής, η άφιξη ενός μυστηριώδη και χαρισματικού νέου σε μια σχολή παραδοσιακών χορών θα αναστατώσει τον πρωταγωνιστή Μεράμπ εν όψει της τελικής επιλογής για το ανσάμπλ, δηλαδή την ανώτερη κρατική σχολή της χώρας. Προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στον αλκοολικό, αυτοκαταστροφικό αδερφό του, τον εφηβικό έρωτα του αλλά και την αναζήτηση της σεξουαλικής ταυτότητας σε μια βαθιά πατριαρχική κοινωνία θα επιλέξει μια ηρωική έξοδο ενάντια στα συντηρητικά ήθη και τον κομφορμισμό με απρόβλεπτες συνέπειες για τον ίδιο και την καριέρα του.

Ενώ η ταινία ξεκινάει σαν ένα ακόμα δυτικοποιημένο brokeback Mountain σταδιακά απογειώνεται τόσο από τις εξαιρετικές ερμηνείες όσο και από την προσεγμένη κλιμάκωση. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο, το γεγονός ότι στο επίκεντρο βρίσκονται οι παραδοσιακοί χοροί, δείγμα αρρενωπότητας αλλά και αδιαπραγμάτευτο taboo. Αυτό δεν εμποδίζει τον σκηνοθέτη από την επιδέξια αποδόμηση του προσφέροντας ένα αποτέλεσμα που συμβαδίζει με την ποπ κουλτούρα της εποχής μας αλλά και τους προβληματισμούς των νέων απέναντι στα επιβαλλόμενα πρότυπα. Εν κατακλείδι, το κλείσιμο του χρόνου μας προσφέρει ένα αναπάντεχο κινηματογραφικό διαμαντάκι που αξίζει την προσοχή όλων…

Η Δολοφονία του Όττο Ουόρμπιερ

«Το όνομα μου είναι Όττο Γουόρμπιερ, και αυτή εδώ είναι η σωρός μου! Σύντομα θα εξεταστεί από την ιατροδικαστή της Πολιτείας του Οχάιο Λακσίμ Σαμαρκό. Το τελικό της πόρισμα ωστόσο ελάχιστη σημασία έχει πλέον για μένα. Είμαι ήδη νεκρός. Yπήρξα ένα πιόνι πολιτικών σκοπιμοτήτων και κρατικής προπαγάνδας. Ένας κατασκευασμένος ύποπτος τόσο εύκολα αναλώσιμος όσο ένα κουνούπι, ή κάποιο άλλο ανυπεράσπιστο ζωύφιο απέναντι στο πέλμα της μπότας ή τις γιγαντιαίες ραβδώσεις του αντίχειρα. Αυτή την αξία έδωσαν στην ύπαρξη μου. Και το χειρότερο, θα μπορούσατε να είστε εσείς στη θέση μου, ή να βρεθείτε στο μέλλον. Μην αμφιβάλλετε γι’ αυτό, ούτε να γελάσετε. Το πιο τρομακτικό είναι πως δεν σας πέρασε ποτέ από το μυαλό, όπως και το δικό μου άλλωστε τη στιγμή που αποφάσιζα να επισκεφτώ την πρωτεύουσα της Λαικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κορέας Πιόνκ Γιάνγκ.

Απευθύνθηκα στο εναλλακτικό ταξιδιωτικό πρακτορείο οι «Νέοι Πιονέροι», το σλόγκαν στη σελίδα τους ήταν «Σας ταξιδεύουμε σε μέρη που η μητέρα σας δεν θα ήθελε να ξέρει ότι βρίσκεστε». Πόσο ειρωνικό αλήθεια. Τώρα μπορώ. για μια τελευταία φορά να ανατρέξω πίσω στα πάντα. Να θυμηθώ την προσγείωση μου στο διεθνές αεροδρόμιο της Πιονκ Γιάνγκ. Τον ενθουσιασμό μου φτάνοντας στη μυστηριώδη αυτή χώρα, την περιέργεια μου να γνωρίσω από πρώτο χέρι αυτό που τα δυτικά μέσα αποκαλούσαν στυγνή, κομουνιστική δικτατορία. Κυρίως τους ανθρώπους της, εκείνους που κυκλοφορούν στο δρόμο κάτω από το άγρυπνο μάτι του Οργουελικού εφιάλτη, στο οπτικό πεδίο του οποίου και θα βρισκόμουν και γώ για λίγες μέρες, με συνέπειες που αδυνατούσα να φανταστώ…

Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν οι τεράστιες πλατείες, τόσο γιγάντιες και αχανείς που σχεδόν εκμηδένιζαν τους περαστικούς, τους συσμίκριναν μπροστά στην απεραντοσύνη τους, και ύστερα τα αγάλματα των μεγάλων ηγετών της δυναστείας των Γιούνγκ, τόσο ψηλά που μας έκαναν να μοιάζουμε όλοι εμείς από κάτω σαν μυρμήγκια, αλλά τελικά αυτό δεν ήταν μια παραίσθηση αλλά η πραγματικότητα, ναι καλά ακούτε. Μα τέτοιες σκέψεις δεν μου πέρασαν διόλου απ το μυαλό τις πρώτες μέρες της διαμονής μου. Ένιωθα τόσο τυχερός και ξεχωριστός, ένας ευτραφής δυτικός στους δρόμους της πιο απαγορευμένης χώρας. Εύπορος αστός από τα προάστια του Οχάιο, ενθουσιώδης νέος που γευόταν τα πλεονεκτήματα των ελεύθερων μετακινήσεων, του παγκοσμιοποιημένου χωριού, ένας πολίτης του κόσμου. Μια οντότητα μοναδική ανάμεσα στις υπόλοιπες, ισότιμη και ικανή να χαράξει το πεπρωμένο της.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς παρακολούθησα με τους συνταξιδιώτες μου την πανδαισία των βεγγαλικών στην κεντρική πλατεία. Το ίδιο βράδυ ήπιαμε με τον συγκάτοικο μου μπύρες στο ξενοδοχείο.

 

 

 

Ατιτλο…

Τρίτη 02:30, Νεοκλασικό Θεμιστοκλή Σαράντου, Τατόι

 

Οι φεμινίστριες, με τα μάτια δεμένα, προσπαθούσαν ανεπιτυχώς να συγχρονιστούν εκτελώντας το χορευτικό μπροστά από το Kοινοβούλιο. Άλλες γύριζαν προς τα δεξιά, κάποιες έμεναν ακίνητες, ορισμένες αμφιταλαντεύονταν γέρνοντας τελικά προς τ’ αριστερά. Ο Εκλεκτικός άφησε ένα πικρόχολο κακάρισμα κοιτάζοντας την έκφραση του Πρύτανη.

«Πρόσεξες ότι σε αυτήν με τη μαύρη φούστα φαίνεται το μουνί της, μετά σου λέει ότι φταίνε οι βιαστές»

Παρατήρησε εκείνος χωρίς να να μετακινήσει το βλέμμα του από το θέαμα, ακόμα και για έναν αντικειμενικό παρατηρητή η γελοιότητα του υποσκέλιζε τις όποιες καλές προθέσεις. Αλλά για τους ένοικους του Νεοκλασικού αυτές δεν υπήρχαν καν, μονάχα ένα προπαγανδιστικό μανιφέστο από μια δράκα κατώτερων βιολογικά όντων που επεδίωκε μάταια την εξομοίωση με το ισχυρό φύλο.

«Άραγε οι δασκάλες που αποπλανούν ανήλικους μαθητές, συμμετείχαν στην διαδήλωση;»

Συνέχισε τους συλλογισμούς του προκαλώντας ένα νέο κύμα γέλωτα στον κολλητό του.

Ο Τσαλαπετεινός του Wyoming

Αν υπάρχουν δύο ελληνικές ταινίες που σημάδεψαν τη γενιά μου, αυτές είναι «Οι απόντες» του Νίκου Γραμματικού και ο «Τσαλαπετεινός του Wyoming» του Δημήτρη Ινδαρέ. Γυρισμένες στα μέσα των 90’s αφουγκράζονται και ακτινογραφούν όλη τη μελαγχολία, τον καταστροφικό κομφορμισμό και τον αντιερωτισμό εκείνης της δεκαετίας. Μιας δεκαετίας μέσα στην οποία οι σαραντάρηδες της γενιάς μου είχαν την τύχη (αλλά και την ατυχία μαζί) να ενηλικιωθούν.

Στο σινεμά την ταινία του Ινδαρέ την είδα για πρώτη φορά με μια συμμαθήτρια  από το φροντιστήριο σε μια άδεια αίθουσα στην Πατησίων, ή για να πω την αλήθεια ελάχιστα από αυτή κατάφερα να δω, καθώς κατά τη διάρκεια της προβολής επιδιδόμασταν σε ερωτικές περιπτύξεις που ωστόσο δεν έφτασαν εκείνη τη στιγμή στην ολοκλήρωση, και θα έπαιρνε αρκετό καιρό μέχρι αυτό να γίνει με τρόπο περισσότερο τραυματικό και σχεδόν καθόλου διονυσιακό. Ιστορικά εγκλωβισμένοι ανάμεσα στη γενιά της όψιμης σεξουαλικής απελευθέρωσης που χαρακτήρισε τα 80’s και της απενοχοποίησης των ηθών που θα σηματοδοτούσαν τα 00’s, μεγαλώσαμε στο άχαρο μεταίχμιο, μια μαύρη τρύπα που κυριαρχούσε η ματαίωση, η καχυποψία, η σύγχυση και τα όψιμα κρίματα των προηγούμενων.

Όταν λοιπόν έτυχε την ξαναδώ στην τηλεόραση η ταύτιση μου ήταν κάτι περισσότερο από απόλυτη ώστε να την κατατάξω σε ένα από τα συγκλονιστικότερα έργα της εγχώριας κινηματογραφίας.

Στην ιστορία, ένας νεαρός φοιτητής, ο Μιχάλης (Αλέξανδρος Λογοθέτης) προσπαθεί να ισορροπήσει (σαν ενδιάμεσος και ο ίδιος κρίκος) ανάμεσα στη μεγαλύτερη ερωμένη του Λήδα (Κωνσταντίνα Ανδριοπούλου) και τη νεαρή φίλης της Λία (Βίκη Βολιώτη), πριν γνωρίσει την εγκατάλειψη από την πρώτη και τον απόλυτο έρωτα μαζί με την απόρριψη από τη δεύτερη. «Σύμφωνα με μελέτες που έγιναν στον Τσαλαπετεινό του Wyoming…τα υπόλοιπα αρσενικά υποχρεούνται σε αναγκαστική εγκράτεια» ακούγεται να λέει ο φίλος της ανύπαντρης μητέρας του (Μπέτυ Αρβανίτη) σε ένα σημείο της ταινίας. Ονειροπόλος και ευαίσθητος ο ίδιος αδυνατεί να αφομοιωθεί σε μια συνθήκη που του ζητά να παραδώσει την αθωότητα του,  παρατηρώντας γύρω του τα εγωκεντρικά συντρίμμια ενός κόσμου που επιζητεί την απόλυτη έλλειψη ευθυνών, την απουσία ουσιαστικών δεσμεύσεων, το safe zone της μοναξιάς του.

Με μια ατμοσφαιρική μουσική επένδυση δια χειρός Δημήτρη Παπαδημητρίου και το υπέροχο τραγούδι της Ελευθερίας Αρβανιτάκη «Και όλα αρχίζουν αλλιώς» που δένει τις κορυφαίες σκηνές, η ταινία του Ινδαρέ αποτελεί ένα μικρό ρέκβιεμ της αντρικής παιδικότητας, αλλά και μια εισαγωγή στον επίπονο προθάλαμο της ενηλικίωσης που κάποιοι δρασκελίζουν και κάποιοι άλλοι επιμένουν να αναβάλλουν την είσοδο τους, «υποχρεούμενοι σε αναγκαστική εγκράτεια»…

Τζό Νέσμπο-Αίμα στο χιόνι

Ο πατριάρχης του fiction πολτού, ο άνθρωπος που όταν πραγματοποίησε το ντεμπούτο του ούτε λίγο ούτε πολύ σε έκανε να θες να ανοίξεις τα αρχεία του Βατικανού για να διαπιστώσεις τι διάολο βύσματα έβαλε ο κερατάς, αποδεικνύει ότι- έχοντας τη φήμη και τα φράγκα στην καβάτζα- μπορεί να γράψει και καλά, διατηρώντας το ψυχρό, σκανδιναβικό χιούμορ αλλά απομονώνοντας τους περιττούς εξυπνακισμούς, τον φτηνό εντυπωσιασμό που προορίζεται αποκλειστικά για Άγγλους πολίτες τρίτης κατηγορίας που κλείνουν φτηνά πακέτα διακοπών στο Αλικάντε, τη Σεφερλίδικη εν ολίγοις πρόζα που σε καμία περίπτωση δεν θα συγκινήσει κάποιον συνειδητοποιημένο αναγνώστη…

Η αλήθεια είναι πως στη νουβέλα του «Αίμα στο Χιόνι» ο Νέσμπο δείχνει αρκετά απελευθερωμένος ώστε να προσφέρει μια αξιοπρεπή δουλειά, δεν αποφεύγει τον εκβιαστικό φανφαρονισμό, αλλά διαχειρίζεται ικανοποιητικά τις αποχρώσεις του μαύρου χιούμορ πλησιάζοντας το κινηματογραφικό «Με σειρά προτεραιότητας» αλλά και τη βάση της σκανδιναβικής νουάρ σχολής (την οποία, προς πληροφόρηση των αδαών, ούτε εγκαινίασε αλλά ούτε και εκπροσωπεί).

Στην καθαυτή υπόθεση, ο επαγγελματίας εκτελεστής Ούλαφ Γιόχανσεν αναλαμβάνει, καθ’ υπόδειξη του αφεντικού του τη δολοφονία της γυναίκας του, ωστόσο ο έρωτας για το υποψήφιο θύμα του θα οδηγήσει το αρχικό σχέδιο σε ναυάγιο, η Νεσπμοική χοντροκοπιά και τα παιδικά πραγματολογικά λάθη (όπως οι διάλογοι κατά την πρώτη συνάντηση τους) αντισταθμίζονται ικανοποιητικά από την ροή αλλά και κάποιες στοχευμένες απόπειρες χιούμορ ενώ η ατμόσφαιρα παραμένει παγερή και κυνικά ελκυστική με το χιόνι πάντα σε πρώτο πλάνο.

Υπερβολικά σχηματικός ο ήρωας, δεν πείθει, αλλά σώνεται από την αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα (παλιά μου τέχνη κόσκινο) και τα ευφυή τεχνάσματα. Εν ολίγοις, το «Αίμα στο χιόνι» αποτελεί μια δουλειά που δεν θα απογοητεύσει τους σανοφάγους οπαδούς του Νέσμπο αλλά παράλληλα θα δώσει αρκετή τροφή για σκέψη σε αναγνώστες που κινούνται «out of the box» παραμένοντας ασυγκίνητοι απέναντι στην παγκόσμια λογοτεχνική φάμπρικα κατασκευής εφήμερων ειδώλων…

 

 

Σκαλούμπακες και Κούληδες

78940734_2607338152691918_2293863340402802688_nΥποθέτω  ότι ο Σκαλούμπακας νιώθει τώρα δικαιωμένος. Μάλλον κάτι τέτοιες σούφρες «αριστερών» ονειρευόταν να σκίσει μέσα από τα τιτιβίσματα του. Το έκαναν για λογαριασμό του οι κρατικοί λειτουργοί- υπό τις ευλογίες των προιστάμενων τους. Ξύλο, ξεγυμνώματα, σεξιστικές απειλές- οι σούφρες να έχουν την τιμητική τους στο υβρεολόγιο και τους διακαείς πόθους των οργάνων της τάξης.

Ίσως κάποιοι στη νέα κυβέρνηση μπέρδεψαν την κανονικότητα με την δημοκρατία. Το πιο πιθανό βέβαια είναι ότι ξέραν πολύ καλά γιατί μιλούσαν και η σύγχυση προκλήθηκε στο ακροατήριο τους-αν υποθέσουμε ότι αυτό επιθυμεί δημοκρατία. Ας διαχωρίσουμε λοιπόν τις έννοιες για τους αδαείς. Όταν κάνεις τα άρθρα του συντάγματος κουρελόχαρτο  μπορεί να επαίρεσαι για την επαναφορά της κανονικότητας αλλά δημοκρατία δεν έχεις. Ειδάλλως άλλαξε Σύνταγμα, αναθεώρησε την παράγραφο περί της συμπεριφοράς των οργάνων της τάξης προς τους πολίτες  (άρθρο 120) και γράψε ότι οι τελευταίοι πρέπει να φτύνουν το γάλα της μάνας τους πριν τη σύλληψη τους…

Δεν είμαστε φυσικά η πρώτη από τις «δημοκρατικές» δυτικές χώρες που εφαρμόζονται τέτοιες πρακτικές, μάλλον ο Αμερικανοτραφής υπουργός δημόσιας τάξης τις έμαθε στα σχετικά σεμινάρια και τις εισήγαγε. Αυτό που λησμόνησε ίσως, ή αποφεύγει να δει, είναι οι εικόνες από τη Χιλή, το Χόνγκ Κόνγκ και τη Λα Παζ. Διότι αν κλείσεις το καπάκι και πειράξεις τη βαλβίδα, η έκρηξη είναι νομοτελειακή…

 

Μισέλ Ουελμπέκ- Τα στοιχειώδη σωματίδια

220px-Atomised

Αν στο Μεσαίωνα ήταν η «Βίβλος» και στη βιομηχανική επανάσταση «Το κεφάλαιο», τότε «Τα στοιχειώδη σωματίδια» του Μισέλ Ουελμπέκ μπορούν να χαρακτηριστούν το Ευαγγέλιο της εποχής μας. Μιας εποχής μεταβατικής που η κατάληξη της περιγράφεται από τον συγγραφέα με τα πιο μελανά και δυστοπικά χρώματα.

«Όταν επιβάλλεται η τροποποίηση ή η ανανέωση του θεμελιώδους δόγματος, οι γενιές που θυσιάζονται κατά τη διάρκεια του μετασχηματισμού μένουν ουσιαστικά ξένες προς αυτόν, και συχνά γίνονται ευθέως εχθρικές» παραθέτει κάποια στιγμή ο συγγραφέας στο βιβλίο τα λόγια του Auguste Compte, συνοψίζοντας την ψυχοσύνθεση των δύο ηρώων του αλλά και προδιαγράφοντας τη μοίρα τους. Του σεξομανή Μπρύνο που η αποτυχία του στο αντίθετο φύλο τον κατακλύζει με νευρώσεις και του λαμπρού αλλά αποσυνάγωγου, ετεροθαλούς αδερφού του Μισέλ.

Οι δύο τους, ζουν αλλά κυρίως παρατηρούν την παρακμή και την αποσύνθεση της δυτικής Ευρώπης σε μια εποχή που η κατάρρευση των δογμάτων αναπληρώνεται από τον άκρατο ηδονισμό, τον στυγνό ανταγωνισμό, την επαναφορά μιας πρωτογονικής κατάστασης ως απόρροια του επιθετικού, ξενόφερτου, καπιταλισμού όπου η αποσάθρωση των δομών της κοινότητας και της οικογένειας μεγαλοποιεί και διαστρεβλώνει το εγώ καθιστώντας τον ατομικισμό ως τη μόνη βιώσιμη συνθήκη. Δεν είναι τυχαίο ότι η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αποδίδεται με τον τίτλο «Atomised».

Ανήμποροι, όπως και οι πλειοψηφία αυτής της γενιάς, να απορροφηθούν από αυτή τη συνθήκη τα δύο αδέρφια «αυτοκτονούν» με τον δικό του τρόπο ο καθένας μαζί με ολόκληρη την Ευρώπη προλειαίνοντας την απαρχή ενός θαυμαστού «καινούργιου κόσμου» όπου η βιοτεχνολογία προσφέρει την τελική λύση με την ανάπτυξη της κλωνοποίησης. Μιας κοινωνίας, δηλαδή, με μονάδες προγραμματισμένες και απαλλαγμένες από τις παθογένειες της επιβεβλημένης άγρας του κέρδους και του κανιβαλισμού. Στα χνάρια των σύγχρονων Αμερικανών λογοτεχνών- Μπρετ Ίστον Έλλις, Πόλανικ κ.ο.κ- που ακτινογράφησαν τη χρεοκοπία της γενιάς τους, ο Μισέλ Ουελμπέκ το πάει ένα βήμα παραπέρα προσφέροντας στον αναγνώστη μια εφιαλτική προφητεία…

Υ.Γ 1: Άθλιο και παραπλανητικό το εξώφυλλο της «Εστίας» από την οποία κυκλοφορεί η Ελληνική μετάφραση, για αυτόν τον λόγο παραθέτουμε την αγγλική έκδοση

Υ.Γ 2: Το βιβλίο μεταφέρθηκε πιστά στον κινηματογράφο το 2006 σε γερμανική παραγωγή υπό τον τίτλο «Elementarteilchen»