Νήσοι Φερόες

IcelandWhirlpool-bowles-1784Λατρεμένη μου Νούρια…

Οι Νήσοι Φερόες που στην τοπική διάλεκτο σημαίνει «Νησιά των Προβάτων» είναι ένα σύμπλεγμα 18 Νησιών. Πρόκειται για μια χώρα με περιορισμένη αυτονομία που διοικητικά υπάγεται στο βασίλειο της Δανίας. Πρωτεύουσα είναι το Τόρσαβιν στο οποίο διαμένω. Το σπίτι μου, μια μονοκατοικία από πτυχωτό ξύλο βρίσκεται στα περίχωρα κατά μήκος της ακτογραμμής Foroyskir.

Με το που αποβιβάστηκα έπιασα αμέσως δωμάτιο σε ένα φτηνό ξενοδοχείο του ιστορικού κέντρου. Το ίδιο βράδυ στην τοπική παμπ γνώρισα τον Thomas. Εργολάβο κηδειών και αριστερό αναπληρωματικό μπακ της εθνικής ομάδας. Ύστερα από δική του παραίνεση δοκίμασα την τοπική μπύρα (Føroya Bjór) την οποία βρήκα εξαιρετική. Ο Thomas γιόρταζε την επιτυχία της ομάδας του απέναντι στην αντίστοιχη ελληνική η οποία είχε στεφθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης το 2004.

Η επιτυχία πάντως της εθνικής των Νήσων Φερόε ήταν τόσο μεγάλη ώστε η ημερομηνία του θριάμβου θεσπίστηκε ως μέρα εθνικής γιορτής. Η δε σύνθεση της ιστορικής ενδεκάδας ήταν η ακόλουθη.

Nielsen (1), Hansen (22), Gregersen (4), Nattestad (5), Sorensen (9), Benjamisnen (7). Holst (10), Hanson (6), Olsen (8), Vatnamar(14), Edmudson (11)

Ο Thomas δεν αγωνίστηκε σε εκείνο το παιχνίδι, μου πρότεινε ωστόσο μετά την κατανάλωση του δέκατου όγδοου pint και όντας σε κατάσταση προχωρημένης μέθης να δουλέψω ως φύλακας στο νεκροτομείο του πανεπιστημιακού νοσοκομείου με το οποίο συνεργαζόταν. Δεν μπορείς να διαννοηθείς τη χαρά που πήρα. Και να φανταστείς ότι δεν είχα ούτε μια μέρα στη χώρα.

Οι θάνατοι βέβαια σε μια τόσο μικρή χώρα είναι εξαιρετικά σπάνιοι. Ο χώρος αρμοδιότητας μου είναι εφοδιασμένος με τέσσερεις ψυκτικούς θαλάμους οι οποίοι τις περισσότερες μέρες του χρόνου είναι άδειοι. Αντιλαμβάνεσαι ότι δεν υπάρχει πιο ευχάριστη δουλειά από το να πληρώνεσαι για να φυλάς κενοτάφια.

Μόνο που χθες, με την έλευση της γλυκιάς Birnja άλλαξαν όλα. Η ομοιότητα της μαζί σου ήταν εκπληκτική, ενώ από τον φάκελο της διαπίστωσα ότι είχατε γεννηθεί την ίδια ακριβώς μέρα. Οι κομμένοι καρποί της είχαν ραφτεί πρόχειρα αλλά η έλλειψη αρτηριακής πίεσης είχε διακόψει την αιμορραγία.

Αγαπημένη μου Νούρια.

Πέρασα όλο το βράδυ κάνοντας παθιασμένο έρωτα μαζί της. Έτσι  ακριβώς όπως είχα κάποτε φανταστεί τα κορμιά μας να ενώνονται ανταλλάσσοντας του χυμούς τους. Το επόμενο πρωί η νεκρική ακαμψία είχε καταλάβει όλο της το σώμα, ρίγη συγκίνησης ελευθέρωσε τα δάκρυα από τους αδένες μου καθώς την αποχαιρέτησα παραδίδοντας το άψυχο σώμα της στους συγγενείς της.

Η κηδεία της πραγματοποιήθηκε με όλες τις τιμές που θα άρμοζαν στα νιάτα και την ομορφιά της…

 

Delicatessen*

17103423_1248477598563613_1508197598064110583_n

Το εστιατόριο «Fellini » ήταν το καλύτερο της πόλης. Σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη και διάσημο τηλεοπτικό σεφ η επιτυχία του στηριζόταν στο Teamwork. Υπήρχε ένας υπεύθυνος κουζίνας, δύο sous-chef και περίπου δέκα με δεκαπέντε μαθητευόμενοι αναλόγως τη σεζόν. Στις φωτογραφίες που ανέβαιναν τακτικά στα social media οφείλαμε να πλαισιώνουμε τους ανωτέρους χαμογελώντας πλατιά ενώ οι επισκέψεις στον οδοντίατρο για λεύκανση ήταν υποχρεωτικές και καλύπτονταν με δικά μας έξοδα. Οι ιεραρχίες τηρούνταν αυστηρά και ευλαβικά. Η σύσφιξη των εργασιακών δεσμών στα πλαίσια του Teamwork περιλάμβανε πεζοπορία στο βουνό, ράφτινγκ, λεκτικές προσβολές, σωματική βία, κάψιμο των άκρων με καυτό λάδι ή πυρακτωμένα σκεύη, ξυλοδαρμούς εν ώρα εργασίας, εκμηδένιση της προσωπικότητας και της γενετήσιας αξιοπρέπειας.

Ο τηλεοπτικός σεφ ήταν περήφανος για το μαγαζί του, η συνεργασία με τον φημισμένο ανατόμο και έμπορο οργάνων Κ.Χ το διατηρούσε σταθερά στην κορυφή των γαστριμαργικών προορισμών. Όποτε κάποιος διάσημος γευσιγνώστης έκλεινε τραπέζι το αφεντικό επικοινωνούσε με τον γιατρό για την αποστολή των «υποκειμένων». Συνήθως ήταν μικρά παιδιά δώδεκα με δεκατεσσάρων ετών ξεβρασμένα στα τσιμέντα του παχέος εντέρου της πρωτεύουσας από πολέμους και συμφορές. Ο ανατόμος «άδειαζε» σχολαστικά τα «υποκείμενα» από τα όργανα τους και ακολούθως  τα τοποθετούσε σε παγοκύστες που κατέφθαναν το ίδιο βράδυ στα ψυγεία της κουζίνας.  Ο τηλεοπτικός σεφ προτιμούσε πάντα τη νεανική σάρκα καθώς ήταν πιο σφριγηλή, τρυφερή στην υφή, εύπλαστη στο μάσημα και είχε λιγότερες τοξίνες.

Το επόμενο μεσημέρι τα συκωτάκια και η σπάλα του Αϊλάν ενθουσίασαν τον κριτικό της Μισελέν που εισηγήθηκε το δεύτερο αστέρι στους διευθυντές του ομώνυμου οδηγού. Ο υπεύθυνος κουζίνας ήταν ενθουσιασμένος. Για να γιορτάσει την περίσταση, το βράδυ της απονομής, βίασε στο αποθηκάκι των πληβείων παρά φύση και κατά φύση τη νεαρή μαθητευόμενη Κ.Μ. Μια εβδομάδα αργότερα η διεύθυνση μας επιβράβευσε με μια εκδρομή στις όχθες του ποταμού της Νέδας. Στις αναμνηστικές φωτογραφίες δείχνουμε όλοι χαμογελαστοί και ευτυχείς…

 

*Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα.

Ο Κλέφτης των ματιών

 

247666_10151160330468758_1976262891_n

Πάντα είχα αυτό το περίεργο φετίχ. Το πρώτο πράγμα που πρόσεχα σε μια γυναίκα ήταν τα μάτια της. Τα θεωρούσα το πιο όμορφο κομμάτι της. Μπορούσα να μιλάω μαζί τους, να τους κάνω έρωτα, να διακρίνω στο αντιφέγγισμα τους τους φόβους και τις αμηχανίες μου, να χαρτογραφώ την αινιγματική και αβυσσαλέα ψυχή των κατόχων τους ανιχνεύοντας μυστικά, πάθη, προσδοκίες και τραύματα. Οι περιστασιακές ή πιο μόνιμες ερωμένες μου είχαν όλες τους υπέροχα μάτια, όπως εκείνο το πανέμορφο μπιμπελό που γνώρισα στο μακρινό Τόκιο. Κάθε φορά που ανατρέχω πίσω στο χρόνο θυμάμαι το σχιστό σχήμα τους, την άρτια συμμετρία τους, το αδιόρατο μαγικό κύρτωμα στην ένωση των βλεφάρων. Λίγα χρόνια αργότερα ήταν μια Βελγίδα σε ένα μπαρ της Αμβέρσας που με μαγνήτισε, γιατί τα μάτια είναι μαγνήτες, φωτιά και ανταριασμένος ωκεανός που καλούν τους πιο παράτολμους να παγιδευτούν στους δαιδαλώδεις ιριδισμούς και τα ομόκεντρα δαχτυλίδια που αποκαλύπτονται σαν απαστράπτοντα μαργαριτάρια μέσα από τη σχισμή του μισάνοιχτου κελύφους. Το αμυγδαλωτό σχήμα τους αναδείκνυε περίφημα το πολύτιμο λιθάρι στο άνοιγμά του, και όταν φιλήδονα έκλειναν τα ματόκλαδα της και ελευθερώνονταν οι αναστεναγμοί η ψυχή αποχωριζόταν το σώμα για να ταξιδέψει σαν αστρική σκόνη σε απάτητα σύμπαντα και μακρινούς, αμαρτάνοντες γαλαξίες.

Με τα χρόνια απέκτησα ένα είδος εμμονής, η εννοιολογική αμφισημία τους, οι μυθολογικές τους αναφορές,  η παρουσία τους σε δόγματα και θυρεούς επικίνδυνων αιρέσεων με οδηγούσε στην ακράδαντη πεποίθηση ότι το σύμπαν άρχιζε και τελείωνε μέσα τους. Η όραση αποτελούσε τον στυλοβάτη της ανθρώπινης αντίληψης ενώ η τύφλωση την εγγυήτρια της άγνοιας της. Οι αξιωματικοί της αστυνομίας που εισέβαλλαν στο μοναχικό πολυβολείο μου ανακάλυψαν έντεκα γυναικεία πτώματα. Σε όλα οι κόγχες τους ήταν κενές. Παρά τους βασανισμούς που υπέστην κατά τη διάρκεια της ανάκρισης δεν αποκάλυψα ποτέ το σημείο που φυλάγονταν τα μάτια τους. Δεν πρόκειται να αφήσω κανέναν να τα οικειοποιηθεί…

Η κανονικότητα των 5.3 ρίχτερ

67292063_2388110167914450_4650500071673036800_nΚαλά κάνουν και τον λένε εγκέλαδο, το καταλαβαίνεις κάθε φορά που έρχεται να σε ταρακουνήσει, τι σεισμός και αηδίες, αυτά είναι για τους κουτόφραγκους, οι αρχαίοι ημών προγόνοι είχαν για κάθε περίσταση τον κατάλληλο μυθικό μπαμπούλα ώστε να αποδίδουν τις θεομηνίες. Και καθώς το διαμέρισμα πήγαινε πέρα δώθε μπορούσα να φανταστώ παραστατικότατα το τεράστιο χέρι του να κρατάει την πολυκατοικία προσπαθώντας να την ξεριζώσει. Ύστερα βγήκαμε όλοι στο δρόμο. Ντόπιοι, μαύροι και Φιλιπινέζοι γίναμε  κουβάρι, ίσοι μεταξύ ίσων και λιλιπούτειοι σαν τυφλόμυγες ή κατσαριδάκια που τρέχουν να γλιτώσουν με υψωμένες τις κεραίες από την άγνωστη μπότα που πλανάται πάνω απ τα κεφάλια τους. Έτσι εξομοιώνονται οι άνθρωποι, πιάνουν μετά τα κινητά και πληκτρολογούν τα κουμπάκια πανικόβλητοι πέφτοντας πάνω σε νεκρά δίκτυα και ανοργασμικές τηλεφωνήτριες. Κι ύστερα σου λέει προοδεύσαμε και φτάσαμε μέχρι το φεγγάρι και επιτύχαμε τη σχάση και κάθονται οι θεοί να γελάνε μέχρι δακρύων με την πάρτη μας.

 

Βλέμματα χαμένα και τρεμάμενες συγκαταβατικές κουβέντες ήταν ότι αντίκρισα. Λίγα μέτρα παραδίπλα μου στεκόταν ο αχώνευτος γείτονας που δυο μέρες νωρίτερα με είχε κλείσει με το κωλάμαξο του. Τώρα να διαπραγματευόμαστε μαζί το μέγεθος και εστιακό βάθος. Έτσι παραμερίζονται οι διαφορές φίλε μου. Έτσι αντικρίζεις περιδεή και ανήμπορο το χθεσινό μαλάκα και αρχίζεις να συμπάσχεις μαζί του. Κάποιοι άλλοι έσπευσαν να πάρουν νερά από τη γωνιακή Φιλλιπινέζα και ας μάζευαν υπογραφές όλο το μήνα να τη διώξουν επειδή η σκατόφαρα της μαζευόταν τις Κυριακές τα μεσημέρια απ έξω και έκλεινε το πεζοδρόμιο φωνασκώντας και καλαμπουρίζοντας σ’ αυτή την ακατάληπτη, ηλίθια διάλεκτο.

 

«Είσαι καλά;» με ρώτησε η απέναντι. Το ύφος της έκρυβε κάτω από τη συντριβή την αμοιβαία ενοχή. Φαντάσου να μας είχε βρει το κακό πριν μια βδομάδα που βγάζαμε τα μάτια μας  όσο ο άντρας της έλειπε στη δουλειά και να κατεβαίναμε μαζί ημίγυμνοι στο δρόμο. Χάθηκε η λαγνεία και η προστυχιά από το ξέθωρο βλέμμα της αφήνοντας μόνο το κενό και όλα τα μυστήρια της πλάσης να μετεωρίζονται σαν ακυβέρνητα αερόστατα. Κι όταν αυτά εξαφανίστηκαν από το οπτικό πεδίο του νου, όταν τα δευτερόλεπτα έγιναν λεπτά και τα μπαλκόνια έμειναν ανέπαφα στη θέση τους, όταν η γη επανήλθε στέρεα κάτω απ’ τα πόδια, όλοι επανήλθαν στις τσιμεντένιες, μικροσκοπικές κυψέλες τους. Τροπαιούχοι και γίγαντες μεταξύ γιγάντων, άτρωτοι όπως πριν και πρόθυμοι μέσα στην κανονικότητα να διπλοπαρκάρουν, να φωνάζουν μέσα στο καταμεσήμερο, να πλένουν τα μπαλκόνια τους αδιαφορώντας για τους περαστικούς, να βγάζουν τα μάτια τους και το βράδυ να κοιμούνται με τη συνείδηση πεντακάθαρη…

Το εγκώμιο της πεθαμένης λογοτεχνίας.

60457699_1238786832944656_4828529124676993024_n

Πρώτα τους έθισαν στη μετριότητα

Αποστειρωμένοι θάλαμοι νεκροτομείων και οσμή πτωμαΐνης

Πένες και γραφίδες καθαρισμένες σε κλίβανους

Νυστέρια στη δούλεψη κουρασμένων ανατόμων

Οι λύκοι γίνονται σκυλιά αλλά τα σκυλιά δεν θα ξαναγίνουν λύκοι.

Αυτοί που επέλεξαν να διαφοροποιηθούν από την αγέλη αλυχτάνε τώρα σε αχαρτογράφητα ξεροβούνια.

Κατασπαράζουν τις σάρκες τους και φτύνουν λέξεις. Καθώς οι υπόλοιποι συνωστίζονται στον προθάλαμο και χαριεντίζονται σε παρουσιάσεις με πράσινο τσάι και βουτήματα.

Φορείς νοσημάτων με νταβατζήδες βιβλιοπώλες που προσελκύουν πελάτες πληρώνοντας ντάνες, βιτρίνες και λίστες ευπώλητων.

Στοίβαξαν το κοινό τους στο μαντρί και τώρα το ταΐζουν με ψευτοακαδημαϊσμούς και σανό.

Έχασαν και τα βραβεία την αίγλη τους (σάμπως την είχαν άραγε ποτέ;), δεν αποτελούν πια  τεκμήρια αναγνώρισης αλλά πιστοποιητικά «νομιμοφροσύνης» και χαφιεδισμού.

Που κρύφθηκε το πάθος, η τρέλα και οι φλόγες;

Που πήγε η αμαρτία, η απόγνωση και ο έρωτας;

Κλειδώθηκαν σε συρτάρια με ναφθαλίνη και απόρριψη.

Εδώ μόνο καθαρά νυστέρια ανατέμνουν το πτώμα της λογοτεχνίας.

Διακινώντας τα όργανα της σε ιδρύματα και γκαλά.

(Πάντα  με το αζημίωτο)

Έκαψαν τα πάντα κάνοντας την άνυδρη γη θεματικό πάρκο.

Πούλησαν τις προθέσεις για να αγοράσουν τακτικισμό.

Στρίμωξαν τη ματαιοδοξία τους σε πληρωμένες επιφυλλίδες ηλιθίων.

Και τελικά τι άφησαν πίσω τους;

Τι άφησαν πίσω τους;

Κάτι Χίλντες και κάτι Αμάντες…

Novartis

54518931_266723297379587_1299586271168954368_nΕκείνο το βράδυ η ομάδα έγραψε η ιστορία, συντρίβοντας τα Πριγκιπόπουλα από την Ελβετία μέσα στην έδρα τους στο δρόμο προς τα αστέρια. Είχαμε μαζευτεί στο καφενείο του «Τούρτα» λίγα μέτρα από το Ναό, μα ήταν και ο «καθηγητής» εκεί για να μας ξενερώνει ως συνήθως. Τορναδόρος ήταν ο Βαγγέλης, αλλά εμείς τον είχαμε βγάλει έτσι γιατί διάβαζε συνέχεια και τα ήξερε όλα, ή τουλάχιστον ήξερε πολλά περισσότερα από μας τα ταγάρια όπως μας έλεγε.  «Είδατε ρε το σπόνσορα που έχουν τα Πριγκιπόπουλα στη φανέλα τους!» αναφώνησε μετά το πρώτο γκολ διακόπτοντας του πανηγυρισμούς. «Και τι μας νοιάζει ρε μπαγλαμά ο σπόνσορας!» σηκώθηκε και του  φώναξε ένας από την ομήγυρη. «Novartis ρε, ξέρετε τι είναι η Novartis;;; » στράφηκε προς το μέρος του απευθυνόμενος σε όλους μας. Το δικό μου τ΄αυτί κάτι είχε ακούσει, αλλά οι περισσότεροι που την έβγαζαν με τα «Σπόρ του Βορρά» και το στοίχημα αγρόν ηγόραζαν που θα λεγαν και γραμματιζούμενοι. Αλλά ο «καθηγητής» απτόητος συνέχισε την αγόρευση του αδιαφορώντας για τη ροή του παιχνιδιού. «Novartis ρε είναι η Μαργαρίτα, τη θυμόσαστε τη Μαργαρώ» φώναξε με μάτια κόκκινα και φλογισμένα από τη ρετσίνα και τη συγκίνηση και όλοι στράφηκαν τότε προς το μέρος του ξεχνώντας το παιχνίδι. Γιατί δεν υπήρχε κανείς που να μη γνώριζε τη Μαργαρώ, άλλος της είχε δώσει το πρώτο της φιλί, άλλος την είχε βγάλει ραντεβουδάκι στην Αριστοτέλους και άλλος- ο πιο μάγκας του σχολείου-της είχε πετάξει τα μάτια έξω. Προτού κατέβει στην Αθήνα και πάρει το δρόμο τον κακό, προτού τη δούμε ένα απομεσήμερο στη Ναβαρίνου ρακένδυτη και ερείπιο να περιφέρεται ζητιανεύοντας για τη δόση της, προτού η κοινωνία την κρεμάσει στα μανταλάκια ως φορέα νοσημάτων και δημόσιο κίνδυνο. Για τον καθηγητή, που έμεναν στην ίδια πολυκατοικία, η Μαργαρώ σήμαινε όμως  πολλά περισσότερα. «Ήρθε ρε κλιμάκιο του υπουργείου υγείας στο πατρικό της και πήραν τον μικρό για εξετάσεις, στο σχολείο οι συμμαθητές του τον έχουν πια για λεπρό, τη μάνα της την απέλυσαν την επόμενη μέρα από τη δουλειά!». «Και τι σχέση έχει αυτή η Nova…τέτοια;», τόλμησε να ρωτήσει ένας με σιγανή και νικημένη φωνή. «Ξέρεις ρε ποιος ήταν ο υπουργός που υπέγραψε τη διάταξη για να βγάλουν τη Μαργαρώ μας φόρα παρτίδα στις εφημερίδες;», σηκώθηκε εκτός εαυτού με τα μάτια έτοιμα να βγούνε από τις κόγχες. «Αυτός που λίγα χρόνια μετά αποκαλύφθηκε πως τα τσέπωνε από τη Novartis γαμώ τα υπουργεία τους, γαμώ!». Άρχισε όλο το καφενείο τότε να βρίζει τους υπουργούς και τους πολιτικούς, να τους στολίζει κατάρες, να τους μοιράζει καρκίνους, να τους στήνει κρεμάλες και ικριώματα. Κανείς δεν πανηγύριζε τα γκολ, κανείς δεν νοιαζόταν για τις ευκαιρίες, κανείς δεν καλαμπούριζε με τα Πριγκιπόπουλα πια. Κι ίσως κάπου στο βάθος το φάντασμα της Μαργαρώς να αχνοφάνηκε ανέμελο, όπως τότε στις αλάνες του Χορτιάτη που έπαιζε ποδόσφαιρο μαζί μας, δίχως το αγκάθινο στεφάνι στην κεφαλή της, δίχως τις ουλές από τα καρφιά της σταύρωσης, δίχως το πέτρινο, νεκρωμένο βλέμμα που αποτύπωσαν τα πρωτοσέλιδα εκείνης της ημέρας…

Όμοια πόρνη δάκρυα και ρήτωρ έχει

23031234_10214232669027221_7477062613036383444_nΠρωθυστερόγραφο: Την Τετάρτη 15 Απριλίου του σωτήριου έτους 2019 μ.χ, ο δικηγόρος Κ.Σ, γνωστός από την παρουσία του στους κοσμικούς κύκλους, υπέστη καρδιακό επεισόδιο κατά τη διάρκεια μιας πληρωμένης συνουσίας σε λαϊκό χαμαιτυπείο των Αθηνών. Μετά από παράκληση της οικογένειας του η ταυτότητα του υποκρύφθηκε και η είδηση πέρασε στα ψιλά υπό τον τίτλο: Άνδρας εβδομήντα χρονών εξέπνευσε μέσα σε οίκο ανοχής. Ο Κ.Σ υπήρξε καρδιακός φίλος μου ενώ τα τελευταία χρόνια συνήθιζε να μου εμπιστεύεται τα κείμενα του από τις εμπειρίες που αποκόμιζε κατά τις συνευρέσεις του με τις λαϊκές εταίρες. Να πω εδώ ότι στα νιάτα του υπήρξε ακαταμάχητος γόης ενώ το πολυθρύλητο ειδύλλιο του με γνωστή σταρ του σινεμά συζητιόταν για καιρό στα πηγαδάκια της καλής κοινωνίας. Καμία ωστόσο εμπειρία, κατά τον ίδιο, δεν μπορούσε να συγκριθεί με εκείνες των τελευταίων χρόνων του πλούσιου βίου του. Προς αποκατάσταση της τιμής και της μνήμης του αποφάσισα να δημοσιεύσω μια από τις αμέτρητες επιστολές που έλαβα σε γνωστό περιοδικό λόγου και τέχνης. Σας την παραθέτω αυτούσια…

 

«Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2012…

Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του μπουρδέλου, χάιδευα τη μισοσηκωμένη ψωλή περιμένοντας την Αλίκη.

Ήρθε, γδύθηκε, κάθισε ανάμεσα στα πόδια μου και άρχισε να μιλάει.

Ρωσίδα, 40ρα, με ευχάριστη διάθεση, καστανόξανθη, περιποιημένη, καθαρή, χοντρός χρυσός σταυρός στο λαιμό που δυστυχώς τον είχε ρίξει πίσω στην πλάτη της

Πήρε ένα μωρομάντηλο και άρχισε να καθαρίζει τη μελάτη ψωλή.

Μίλαγε μόνη της, ασταμάτητα, για αρκετή ώρα.

Παρασύρθηκε από τον αυτιστικό μονόλογο και ξέχασε το μαντήλι πάνω στην ψωλή.

Μίλαγε για τον εαυτό της, το πόσο σπουδαία πουτάνα είναι.

Την άκουγα να υποκρίνεται, αλλά ήταν χαριτωμένη.

Έλεγε με έπαρση για το πόσα λεφτά κερδίζει από το μπουρδέλο, ενώ οι άλλες πουτάνες κερδίζουν μικροποσά.

Την άκουγα να μιλάει με στόμφο, ωστόσο μου άρεσε όλο και περισσότερο, παραμέρισα το μωρομάντηλο και συνέχισα να χαϊδεύω την ψωλή.

Αφηγούνταν ιστορίες με λεφτά, με πουτάνες, με μπουρδέλα. Είχε ενθουσιαστεί, έκανε μικρές γκριμάτσες και χειρονομίες.

Άκουγα με προσοχή τον επιτηδευμένο τρόπο στην εκφορά του λόγου της, και ερεθιζόμουν όλο και περισσότερο.

Έλεγε πόσο σπάνια πουτάνα είναι, πόσο επιμόνως την αναζητούν οι πελάτες της, ακόμα κι όταν αυτή είναι στη Ρωσία. Τα λόγια την είχαν απογειώσει, πετούσε!

Παρατηρούσα τις δραματικές αυξομειώσεις της φωνής της, έδινε έναν τόνο σπουδαιότητας, μεγαλοπρέπειας, ίσως και αλαζονείας. Μου άρεσε πολύ. Η ψωλή είχε γίνει δοκάρι.

Εξιστορούσε με έπαρση και λυρισμό υποθέσεις περίπλοκες, ώσπου μπήκε στους λαβύρινθους των ανθρώπινων σχέσεων, χάθηκε, το τερμάτισε, παράκαμψε τον πεοθηλασμό, φόρεσε την καπότα, ίππευσε και πέρασε την ψωλή στο μουνί της.

Με τη διείσδυση της ψωλής, ο χείμαρρος των λέξεων έκπεσε σε ένα βαθύ αναστεναγμό.

Συνουσιάζεται ήσυχα και τρυφερά, σε αντίθεση με τον εκρηκτικό βερμπαλισμό της.

Μου αρέσει πολύ να ακούω ψέματα από τις πόρνες. Τους πάει πολύ!

Το ψέμα στο στόμα της πόρνης ηχεί ευχάριστα, όπως το κελάηδισμα στο στόμα του πουλιού.

Όμοια πόρνη δάκρυα και ρήτωρ έχει.

Μένανδρος, 4ος αιών π.Χ., Αρχαίος Έλληνας ποιητής»

Το συγκινησιακό απεριόριστο

52608719_259150571470193_2874366786508161024_n.jpg

 

Καθώς το τσιγάρο σιγόκαιγε στο τασάκι, ο πόνος στο στήθος του γινόταν όλο και πιο έντονος,  τα σαράντα αποτελούσαν την ηλικιακή αφετηρία του εμφράγματος, όμως γνώριζε ότι τα συμπτώματα ήταν διαφορετικά. Αυτός ο πόνος δεν προερχόταν από τις αρτηρίες αλλά κάποιες πολύ πιο περίπλοκες και επίπονες εγκεφαλικές διεργασίες. Παρατηρούσε στον υπολογιστή του σκηνές από τη συναυλία ενός ρωσικού συγκροτήματος που τα μέλη του ήταν ντυμένα όπως ο Άλεξ στο Κουρδιστό Πορτοκάλι. Το νυστέρι του Μπέρτζες και ο φακός του Κιούμπρικ είχαν τελικά προβλέψει σχεδόν με χειρουργική ακρίβεια την επερχόμενη Χιροσίμα. Στα μισά- και ίσως λίγο περισσότερο λόγω των αλόγιστων καταχρήσεων- της διαδρομής του ένιωθε μια ακόμα τερατογένεση από τις αμέτρητες της γενιάς του.  Τα λόγια του Auguste Comte έπεφταν στο γυμνό κορμί του σαν τοξικές ψιχάλες μετά την πυρηνική αποκάλυψη. «Όταν επιβάλλεται η τροποποίηση ή η ανανέωση του θεμελιώδους δόγματος, οι γενιές που θυσιάζονται κατά τη διάρκεια του μετασχηματισμού μένουν ουσιαστικά ξένες προς αυτόν, και συχνά γίνονται ευθέως εχθρικές»

Άφησε το τσιγάρο να σβήσει στην εγκοπή του σταχτοδοχείου και πήρε το τζάκετ του βγαίνοντας από το σπίτι αποφασισμένος. Το όπλο το είχε βρει σχετικά εύκολα, από έναν γνωστό του που περιστασιακά αγόραζε φούντα στο Μεταξουργείο. Περιπλανήθηκε στους δρόμους περιμένοντας τη νύχτα να γίνει πηχτή και άοσμη, άδειασε από συγκινήσεις και κατευθύνθηκε σε εκείνο το ελεεινό αφτεράδικο στην Πανόρμου που σύχναζαν κάτι ναυάγια με πέτσινα και κολλητά τζιν που του θύμιζε ο,τι πλησιέστερο σε ανθρώπινο βόθρο. Ένιωθε κάθε ζωή σε αυτή την πόλη αδικαιολόγητη, αλλά κάποιες ακόμα περισσότερο. Απόρησε προς στιγμήν με τον εαυτό του που σε κάποιες, έστω και ελάχιστες περιστάσεις, είχε αποτελέσει μέλος αυτού του δύσοσμου όχλου, θυμήθηκε χωρίς την παραμικρή συγκινησιακή έξαρση ακόμα και εκείνη τη βλαμμένη γκόμενα που τον είχε χαστουκίσει πάνω σε ένα ανύποπτο φλερτ παρασυρμένη από την επίδραση του αλκοόλ και τους πρωτόγονους δαίμονες που κανάκευε για να νοηματοδοτήσει την  άσκοπη ζωή της. Δεν γνώριζε αν θα την έβρισκε τώρα εκεί μέσα, αλλά αυτό ήταν το λιγότερο που τον απασχολούσε.

 

Ανοίγοντας την τζαμένια πόρτα το αίμα του είχε ήδη γίνει μολύβι και το βλέμμα του ψηφιακή κάμερα που αποκρυπτογραφούσε digital ολογράμματα. Σήκωσε το χέρι του και άφησε την προέκταση του να αδειάσει το γεμιστήρα, ύστερα τον αντικατέστησε αρχίζοντας τον δεύτερο γύρο. Οι οιμωγές και τα ουρλιαχτά κουκουλώνονταν από το στριγκό μπάσο της μουσικής και τις σκέψεις του Comte. Σε κάθε τροποποίηση του υπάρχοντος δόγματος , οι γενιές που θυσιάζονται κατά τη διάρκεια του μετασχηματισμού μένουν ουσιαστικά ξένες προς αυτόν, και συχνά γίνονται ευθέως εχθρικές…

 

Βίζιτα

52283818_256935011691749_4507753513580756992_n

 

Το κορμί μου είναι πλατεία.

Τοίχος κοσμημένος με ανορθογραφίες βανδάλων.

Κτήμα δημόσιο.

Χωνευτήρι ανεκπλήρωτων πόθων και νοσηρών απωθημένων

Είναι πίστα που φλέγεται από καμένα λάστιχα.

Το μπιχλιμπίδι στην αρμαθιά του βιομηχάνου και το χρυσάφι στα ακροδάχτυλα του καπετάνιου.

Ο χαβαλές μιας παρέας πιτσιρικάδων λίγο πριν το τελευταίο μετρό.

Η αντίπαλη ομάδα και μια μπάλα στα δίχτυα.

Το κορμί μου είναι καταφύγιο τσογλανιών, απόκληρων και ποιητών.

Ορφανά αποτυπώματα ταλαιπωρημένου ανδρισμού.

Ξινό γάλα και μητρικό χάδι.

Το κορμί μου είναι πλατεία.

Διαδήλωση.

Αλκοόλ.

Απελπισία.

Στιχάκι πεταμένο στα σκουπίδια.

Η απόγνωση κάτω από τα σκουριασμένα κάγκελα μιας πεζογέφυρας.

Τοξικές αναθυμιάσεις αστικής βαρβαρότητας.

Το κορμί μου είναι άχρονο.

Άκαμπτο.

Ουλή.

Κενοτάφιο.

Επαίτης.

Βίζιτα…

 

 

 

 

Νοικοκυραίοι με κουκούλες

1287246_φηξυ_1

Νοικοκυραίοι με κουκούλες.

Μικροαστοί που κραδαίνουν κοκκινόμαυρα φλάμπουρα.

Μαρκάρουν το χώρο τους σαν τα σκυλιά.

Οσμίζονται τη σκόνη και τα ξένα βήματα.

Αποστρέφονται την περιουσία γιατί τα θεωρούν όλα δικά τους.

Τις πλατείες, τα πάρκα, τους τοίχους, τους δρόμους και τον αέρα.

Αποστρέφονται όσους χαλάνε τη θλιβερή ομοιογένεια τους.

Τους ομοφυλόφιλους, τους σκεπτόμενους, τους ακαδημαικούς, τους αφύσικα φυσιολογικούς.

Μέλη μιας λυσσασμένης αγέλης ποτισμένης από μίσος και ματαίωση.

Ανυπόστατοι μακριά από το κοπάδι και ανυπεράσπιστοι στα κρυστάλινα βλέμματα ανθρώπων που δεν κρύβονται πίσω από μπαλακλάβες.

Νοικοκυραίοι πρωτίστως φοβισμένοι και από χέρι χαμένοι.

Φαιοκόκκινοι φασίστες, καβατζομένοι θορυβοποιοί, τενεκέδες ξεγάνωτοι.

Νοικοκυραίοι πιότερο μοχθηροί απ’ τους «νοικοκυραίους».

Σπόροι που άνθισαν σε κλειστοφοβικές κάμαρες και βραδυφλεγή σπιρτόκουτα.

Καμμένοι μέσα στα χαλάσματα της άσκοπης ζωής τους.